Ο Ακίρα Κουροσάβα, οι δάσκαλοι και η σύγχρονη εκπαίδευση

«Χωρίς εσάς, χωρίς το στοργικό σας χέρι που απλώσατε στο μικρό φτωχό παιδί που ήμουν, χωρίς τη διδασκαλία και το παράδειγμά σας, τίποτα απ’ όλα αυτά δε θα ‘χε συμβεί».

Απόσπασμα από το γράμμα του Αλμπέρ Καμύ προς το δάσκαλό του Ζερμέν, αμέσως μετά το Νόμπελ λογοτεχνίας.

Stray Dog (Nora inu) dir. Akira Kurosawa. 1949, Japan.

Η σκηνοθετική δυναμική του Κουροσάβα κρίνεται υπεράνω συζητήσεων. Καταδεικνύεται ολοφάνερα από τη θρυλική κινηματογραφική του πορεία, που όχι μόνο σάρωσε τα βραβεία – Όσκαρ με το Ρασομόν, Όσκαρ με το Ουζαλά, Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία με το Ρασομόν, βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου με το Μυστικό Φρούριο, ειδικό βραβείο στη Βενετία με τους 7 Σαμουράι, Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες με το Καγκεμούσα, Χρυσό βραβείο στη Μόσχα με το Ουζαλά – αλλά έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου ως στίγμα ποιητικής – δοκιμιακής έκφανσης της εικόνας. Γιατί δεν παραθέτει απλώς εικόνες που διαδέχονται η μια την άλλη στο πλαίσιο της καταγραφής μιας ιστορίας, αλλά πλάθει πορτρέτα που αποτελούν μια ολόκληρη ιστορία από μόνα τους. Η οργή, η χαρά, το μεγαλείο της φύσης, η σοφία της σιωπής, η εξουσία, η βία, ο έρωτας, ο θάνατος, η ανθρώπινη ασυνεννοησία, με δυο λόγια η βαθύτερη αναζήτηση του ανθρώπου, σχηματοποιούνται ως αδιάλειπτη καλλιτεχνική οπτική αποθεώνοντας το συναίσθημα της εικόνας. Γιατί η εικόνα δεν αφορά την ψυχρή αποτύπωση μιας κάμερας, αλλά τη συναισθηματική ένταση του καλλιτέχνη, που οφείλει να γίνει ορατή. Κι εδώ ακριβώς είναι το σημείο όπου η εικόνα μετατρέπεται σε τέχνη, είναι δηλαδή το πεδίο βολής του Κουροσάβα, που μετουσιώνει την εικόνα σε αισθητικό κριτήριο και διαρκή επικοινωνιακή τακτική.

Η δυναμική της εικόνας κυριαρχεί και στην αυτοβιογραφία του Κουροσάβα (που έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ» και τιτλοφορείται «Κάτι σαν Αυτοβιογραφία»), αφού όλη του η ζωή ξεδιπλώνεται μέσα από την λεκτική εικονογράφηση των περιστατικών που σκιαγραφούν ολοκληρωμένα την προσωπικότητά του. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά στο λόγο που λειτουργεί κινηματογραφικά, σαν σε πεισματική αντιπαράθεση με την κινηματογραφική του εικόνα που λειτουργεί καθαρά λογοτεχνικά. Γιατί, αν ο Κουροσάβα είναι η λογοτεχνική οπτική του κινηματογράφου, τότε η αυτοβιογραφία του είναι η κινηματογραφική οπτική της λογοτεχνίας κι αυτή είναι η μαγεία των τεχνών του λόγου και της εικόνας που δεν συμπλέουν, αλλά διαπλέκονται σε μια αξεδιάλυτη ενότητα. Οι εικόνες της οικογενειακής ζωής, το πρόσωπο του πατέρα, της μητέρας, ο θάνατος της αγαπημένης αδερφής, ο φρικιαστικός σωρός των πτωμάτων μετά το σεισμό του Κάντο, τα μαθήματα ξιφασκίας και καλλιγραφίας, η επιρροή του μεγαλύτερου αδερφού και η σχολική ζωή συνθέτουν το καλειδοσκόπιο των παιδικών χρόνων του Κουροσάβα, που τον διαμόρφωσαν και ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη. Η ευθύτητα της αφήγησης και ο ρεαλισμός των περιγραφών (ιδίως στο κομμάτι της αυτοκτονίας του αδερφού) καταδεικνύουν την αφοπλιστική απλότητα του ανθρώπου που δεν διστάζει να εκτεθεί ή, ακόμη πιο σωστά, που αγνοεί την ίδια την έννοια της έκθεσης του εαυτού, σαν να μην υπάρχει τίποτε πιο φυσικό από μια δημόσια εξομολόγηση. Φυσικά, ως καλλιτέχνης είναι εξοικειωμένος με την προσωπική έκθεση, αφού η τέχνη, θα λέγαμε, σχεδόν νομοτελειακά, είναι συνυφασμένη με την κατάθεση βιωμάτων. Όμως η αυτοβιογραφική απόπειρα (και μιλάμε πάντα για τις ειλικρινείς αυτοβιογραφίες κι όχι για διαφημιστικά κόλπα εξύψωσης του εαυτού)  είναι κάτι διαφορετικό. Είναι η χωρίς προσχήματα και μυθοπλαστικά φτιασιδώματα απογύμνωση, που τελικά λειτουργεί ενδοσκοπικά σαν δημόσια αυτοψυχανάλυση.

Ο Κουροσάβα περιγράφει τον εαυτό του στο σχολείο ως δειλό και κλαψιάρικο παιδί: «Το βλέμμα μου ήταν ακόμα απλανές και το πρόσωπό μου άσπρο σαν κοριτσιού. Έγινα αμέσως στόχος πειραγμάτων. Τραβούσαν τα μακριά μαλλιά μου, ψαχούλευαν το σακίδιό μου, σκούπιζαν τη μύτη τους στα ρούχα μου και συχνά με έκαναν να κλαίω. Πάντοτε ήμουν ένα κλαψιάρικο παιδί, όμως σ’ αυτό το σχολείο αμέσως μου κόλλησαν ένα νέο παρατσούκλι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Με αποκαλούσαν “κλαψιάρη”, μ’ αφορμή ένα δημοφιλές τραγούδι της εποχής….» (σελ. 20). Και λίγο πιο κάτω: «Επειδή ήμουν το πιο μικρό παιδί στην οικογένεια, ο πατέρας μου με κακόμαθε. Πόσο όμως θα είχε εκνευριστεί να με βλέπει να συμπεριφέρομαι σαν κορίτσι, να παίζω βώλους και σχοινάκι με τις μεγαλύτερες αδερφές μου. Μου είπε ότι αν μάθαινα να κολυμπώ και μαύριζα από τον ήλιο θα μου έδινε ένα δώρο. Εγώ όμως φοβόμουν το νερό και δεν κατάφερνα να μπω καθόλου στην πισίνα. Ύστερα από πολλές μέρες κατσάδας εκ μέρους του δασκάλου μου, μπήκα στο νερό μέχρι τη μέση». (σελ. 22 – 23). Αυτό το φοβισμένο κι ανυπεράσπιστο παιδί με τις μέτριες σχολικές επιδόσεις, κατάφερε σε ελάχιστο χρόνο να γίνει πρόεδρος της τάξης του, να παίρνει πρωτοβουλίες και να νιώθει αυτοπεποίθηση στα μαθήματα τέχνης. Η βοήθεια του μεγαλύτερου αδερφού, που στάθηκε προστάτης του στο σχολείο, η γνωριμία του με τον επίσης κλαψιάρη Ουεκούσα και κυρίως η συμβολή του δασκάλου Τατσικάβα τον μεταμόρφωσαν. Ο αδερφός του πρόσφερε ασφάλεια περιορίζοντας τις σχολικές καζούρες και τον συμβούλευε πώς να συμπεριφέρεται, ο Ουεκούσα, όντας πιο ανίσχυρος, τον έκανε να νιώσει δυνατός, τον έκανε δηλαδή να πάρει το ρόλο του αδερφού του προστατεύοντάς τον κι ο δάσκαλος αντιλαμβανόμενος την εσωτερική διαπάλη του μικρού Κουροσάβα του τόνωσε την αυτοπεποίθηση. Ακολουθώντας τα πρότυπα της ελευθεριακής εκπαίδευσης, στο μάθημα της ζωγραφικής άφηνε τους μαθητές να ζωγραφίζουν ό,τι θέλουν, χωρίς να απαιτεί την πιστή αναπαράσταση μιας εικόνας ή ενός αντικειμένου: «Πίεζα τα μολύβια δυνατά κι αυτά έσπαζαν και μετά σάλιωνα τα δάχτυλά μου και άπλωνα τα χρώματα πάνω στο χαρτί».  Η ενθάρρυνση του αυτοσχεδιασμού και της ελεύθερης δημιουργίας από τον Τατσικάβα στάθηκε ευεργετική για τον Κουροσάβα, όχι όμως και για τον ίδιο που συγκρούστηκε με των συντηρητικών απόψεων διευθυντή και τελικά εκδιώχτηκε από το σχολείο: «Όταν τελειώσαμε, ο κύριος Τατσικάβα πήρε τις ζωγραφιές των μαθητών και τις κόλλησε στον πίνακα και μετά ζήτησε τη γνώμη τους για την καθεμιά από αυτές. Όταν ήρθε η δική μου, η μόνη απάντηση από τα παιδιά ήταν ένα τραχύ γέλιο.  Αυτός όμως έριξε μια αυστηρή ματιά στα παιδιά και μετά άρχισε να επαινεί τη ζωγραφιά μου. Δε θυμάμαι ακριβώς τι είπε, θυμάμαι όμως ότι τους ζήτησε να προσέξουν ιδιαίτερα τα μέρη εκείνα στα οποία είχα απλώσει τα χρώματα με το σάλιο. Πήρε μετά τη ζωγραφιά μου και τράβηξε πάνω της τρεις μεγάλους ομόκεντρους κύκλους με έντονα κόκκινο μελάνι: ο υψηλότερος βαθμός. Από τη μέρα αυτή και μετά, αν και συνέχισα να μισώ το σχολείο, το πρωί βιαζόμουν να φτάσω περιμένοντας με ανυπομονησία τις μέρες που είχαμε το μάθημα τέχνης……….Την ίδια περίοδο οι βαθμοί μου στα άλλα μαθήματα άρχισαν ξαφνικά να βελτιώνονται. Την εποχή που ο κύριος Τατσικάβα εγκατέλειψε το σχολείο μας, ήμουν πρόεδρος της τάξης μου…..». (σελ. 24 – 25).

Ο Ακίρα Κουροσάβα (Kyūjitai: 黒澤 明, Shinjitai: 黒沢 明, 23 Μαρτίου 1910—6 Σεπτεμβρίου 1998) ήταν Ιάπωνας σκηνοθέτης. Επηρέασε με τις ταινίες του μιαν ολόκληρη γενιά Δυτικών σκηνοθετών, από τον Σέρτζιο Λεόνε ως τον Τζορτζ Λούκας.

Στα γυμνασιακά χρόνια ο Κουροσάβα αναφέρεται σε άλλους δύο καθηγητές, τον Οχάρα και τον Ιβαμάτσου. Ο Ιβαμάτσου δίδασκε ιστορία. Όταν έκανε επιτήρηση στο μάθημα των μαθηματικών στις τελικές εξετάσεις αποκάλυψε τις απαντήσεις κι έγραψαν όλοι άριστα. Ο ίδιος καθηγητής όταν στο διαγώνισμα «Γράψε τις εντυπώσεις σου για τους τρεις ιερούς θησαυρούς της Αυτοκρατορική Αυλής» έλαβε τις εξυπνακίστικες ανοησίες του αδιάβαστου Κουροσάβα, που μετέτρεπαν το διαγώνισμα σε ανέκδοτο, του έβαλε άριστα. Ο Ιβαμάτσου δε δίσταζε να παραμερίζει τη σχολική ύλη καθιστώντας σαφές ότι το γνωστικό αντικείμενο δεν είναι ο σκοπός, αλλά η αφορμή του μαθήματος. Πετούσε κιμωλίες ισοπεδώνοντας όλα τα στερεότυπα σοβαρότητας του δασκάλου. Πολλές φορές παραμελούσε το μάθημα προβαίνοντας σε συζητήσεις που ο Κουροσάβα θεωρούσε περισσότερο διδακτικές. Η επιμονή στο γνωστικό αντικείμενο των μαθημάτων που τελείται απαράκλητα κρύβει κάτι μηχανιστικό μέσα της. Κάτι τυποποιημένο. Η αυστηρότητα της βαθμολογίας είναι η επισφράγιση της τυποποίησης που πρέπει να γίνει αποδεκτή και που μετατρέπεται σε ύψιστη σοβαρότητα παίρνοντας διαστάσεις δικαιοσύνης. Ο Ιβαμάτσου δεν ματαίωνε τη βαθμολογία, απλώς της αφαιρούσε το κύρος που την καθιστούσε αυτοσκοπό. Επίσης δεν ματαίωνε το μάθημα που δίδασκε. Ο Κουροσάβα ομολογεί ότι έμαθε πολλά από αυτόν, πολύ περισσότερα σε σχέση με άλλους που επέμεναν αμετακίνητα στη σχολική ύλη. Ο Ιβαμάτσου υπηρετούσε το φιλελεύθερο εκπαιδευτικό όραμα που έβαζε τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, το χιούμορ και τον αυτοσχεδιασμό πάνω από όλες τις πληροφορίες. Γιατί το ζήτημα δεν είναι να μάθει ο μαθητής τις πληροφορίες οποιουδήποτε αντικειμένου (χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει την απαξίωση του). Το ζήτημα είναι να μεταδοθεί ο ενθουσιασμός για το αντικείμενο, που θα κάνει το μαθητή να το ερευνήσει μόνος του. Γιατί το σχολείο δεν είναι αυστηρή παροχή γνώσης, αλλά έναυσμα για γνώση, μ’ άλλα λόγια αγάπη για γνώση, που μόνο η συμμετοχή μπορεί να επιφέρει. Η συμμετοχή δεν είναι παρά συν-αναζήτηση, δηλαδή διάλογος και αμφισβήτηση, δηλαδή κριτική σκέψη. Υπό αυτή την έννοια, η εικόνα του καθηγητή παντογνώστη – απόλυτου κατόχου της αλήθειας γίνεται κομμάτια, αφού η αλήθεια είναι κάτι που πρέπει να συν – διερευνηθεί. Ο Κουροσάβα γράφει: «Ένας δάσκαλος που είναι αληθινά καλός δεν μοιάζει καθόλου για δάσκαλος» (σελ. 85) και «Οι δάσκαλοι αυτοί αντιλήφθηκαν τα ατομικά μου γνωρίσματα κι ενθάρρυναν την ανάπτυξή τους. Αυτοί οι δάσκαλοι που είχα ήταν αληθινή ευλογία». (σελ. 87).

Η σύγχρονη εντατικοποιημένη εκπαίδευση στην Ελλάδα απέχει παρασάγγας από κάτι τέτοιο. Ο χρόνος είναι ασφυκτικός, η ύλη τεράστια, οι τελικές εξετάσεις (πανελλήνιες) απαιτητικές και το μόνο που απομένει είναι ο καλπασμός της αποστήθισης.  Οι πανελλήνιες εξετάσεις δεν αφορούν μόνο την Γ λυκείου, αφού αποτελούν αυτοσκοπό ολόκληρης της σχολικής διαδικασίας. Ο μαθητής αποφασίζει πολύ νωρίτερα την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει απαξιώνοντας απολύτως όλα τα μαθήματα που δεν την αφορούν κι ασχολείται αποκλειστικά με τις πληροφορίες που χρειάζεται. Και κάπου εδώ βρίσκεται ο ορισμός της σύγχρονης ωφελιμιστικής – τεχνοκρατικής εκπαίδευσης του ανταγωνισμού και της τελικής βαθμολόγησης.  Όμως αυτή η εκπαίδευση – πέρα από τα ζητήματα της ποιότητάς της – κρύβει κάτι γραφειοκρατικό μέσα της, αφού διεκπεραιώνεται βιομηχανικά κι ανέραστα. Το σύγχρονο σχολείο, όσο κι αν διανθίσει το πρόγραμμά του με εκπαιδευτικές εκδρομές, όσο κι αν οργανώνει επισκέψεις σε μουσεία και χώρους τέχνης, όσο κι αν γίνει ελαστικό στις βαθμολογίες των τριμήνων ή τις ποινές δεν μπορεί να συγκινήσει το μαθητή, γιατί το χρησιμοθηρικό σχολείο δεν είναι παρά αναλώσιμο σχολείο, όπως κάθε τυπική διαδικασία.

Ακίρα Κουροσάβα «Κάτι σαν αυτοβιογραφία» εκδόσεις «ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ» Αθήνα 1990

του Θανάσης Μπαντές

Πηγή:  http://eranistis.net

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Εκπαιδευτική πολιτική

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s