Η οπτική της Κριτικής Παιδαγωγικής για τη θεωρία των Αναλυτικών Προγραμμάτων

Σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε σε γενικές γραμμές τις ιδέες της Κριτικής Παιδαγωγικής που αφορούν τις λειτουργίες της εκπαίδευσης και ειδικότερα την οπτική της για τη θεωρία του Αναλυτικού Προγράμματος (εφ’ εξής Α.Π.). Επίσης θα αναφερθούμε επιγραμματικά σε έναν διαφορετικό από τους καθιερωμένους τρόπους ανάπτυξης Α.Π.: Πως συγκροτείται ένα Α.Π. στα πλαίσια της Παιδαγωγικής του Freire.

Οι Κριτικοί Παιδαγωγοί θεωρούν ότι τα Α.Π. και η γνώση που τα συγκροτεί είναι μία κοινωνική κατασκευή. Τα Α.Π. συγκροτούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να προβάλλουν την κοινωνική και οικονομική  πραγματικότητα ως φυσική.  Ένα Α.Π. που αναπτύσσεται με διαφορετικό τρόπο από τον καθιερωμένο συνιστά κάτι αφύσικο και παράλογο. (Τσάφος, 2014)

Τα Α.Π. δεν είναι ιδεολογικά ουδέτερα και αντικειμενικά κείμενα. Προβάλλουν και αναπαράγουν την κυρίαρχη ιδεολογία καθώς και τις καθιερωμένες κοινωνικές πρακτικές  και νοήματα. Έτσι, ενώ από τη μία αναδεικνύουν τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες, από την άλλη περιθωριοποιούν ή αποσιωπούν τις εμπειρίες και τις γνώσεις καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων. Αυτό το παρατηρούμε κυρίως όταν στα Α.Π. παραλείπονται θέματα που θα μπορούσαν να προσφέρουν μία προοπτική αμφισβήτησης στον τρόπο παρουσίασης της υπάρχουσας κοινωνικά αποδεκτής γνώσης. (Τσάφος, 2014)

Στον αντίποδα, ένα κριτικό Α.Π. θα πρόσφερε στους μαθητές προσωπική κατανόηση για ζητήματα των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων με στόχο να τους ενδυναμώσει ηθικά και πολιτικά. (Τσάφος, 2014)

Ένα άλλο σημείο που τόνισαν οι Κριτικοί Παιδαγωγοί στη θεωρία τους για την εκπαίδευση είναι ότι εκτός από τη γλώσσα της κριτικής πρέπει να αναπτυχθεί και μία γλώσσα δυνατότητας. Αυτό σημαίνει ότι πέρα από την ανάλυση τους για τον ρόλο του σχολείου ως μέσου κοινωνικής και πολιτισμικής αναπαραγωγής οφείλουν να ασχοληθούν και με τον τρόπο που οι αποκλεισμένες πλειονότητες μπορούν να αναπτύξουν θεσμούς που θα εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα. Έτσι θα μπορούσε να αναγνωριστεί κι ένα θετικό πρόσημο στη σχέση γνώσης-εξουσίας και εν τέλει να οργανωθεί ένα πολιτικό και εκπαιδευτικό πρόγραμμα με στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό. (Γούναρη & Γρόλλιος, 2010)

Η κριτική παιδαγωγική αντιλαμβάνεται τη θεωρία των Α.Π. ως πεδίο “πολιτισμικής πολιτικής”. (Giroux, 2010 όπ. αναφ. στον Τσάφο, 2014)  Γι’ αυτό το λόγο επιδιώκει να φανερώσει και να αναδείξει τις πολιτικές και κοινωνικό-πολιτισμικές πρακτικές που ακολουθεί το εκπαιδευτικό σύστημα σε μία κοινωνία.  Έτσι προκύπτει το συμπέρασμα ότι γενικότερα η εκπαίδευση έχει πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό χαρακτήρα.

Οι κριτικοί παιδαγωγοί υποστηρίζουν ότι η εκπαιδευτική διαδικασία οφείλει να είναι απελευθερωτική δηλαδή να στοχεύει στην προσωπική και κοινωνική ενδυνάμωση των μαθητών, στον κοινωνικό μετασχηματισμό, στη διαμόρφωση κριτικής συνείδησης και τη χειραφέτηση. (Τσάφος, 2014)

Συγκεκριμένα ο Apple (1986) διερευνά τις σχέσεις μεταξύ της κυρίαρχης ιδεολογίας και της σχολικής γνώσης. Αναρωτιέται για τον τρόπο που επιλέγεται και διανέμεται η σχολική γνώση, για τις κοινότυπες πρακτικές των δασκάλων, για την οργάνωση της σχολικής ζωής. Επίσης θεωρεί ότι τα Α.Π. υιοθετούν τη ρητορική της  επιστήμης και της ουδετερότητας. Προβάλλουν δηλαδή ως ιδανικό την επιστημολογία του θετικισμού και μία συναινετική θεωρία της επιστήμης. Τα Α.Π. επειδή στοχεύουν στην πολιτιστική ομοιογένεια παρουσιάζουν την κοινωνία ως συνεργατικό σύστημα παραλείποντας από την άλλη την αποτελεσματικότητα που μπορεί να έχουν οι διενέξεις. Επίσης σημειώνει ότι η πράξη της κριτικής συμβάλλει στη χειραφέτηση καθώς με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε να διακρίνουμε τις πραγματικές λειτουργίες των θεσμών.

Ο Giroux (1986, 1988, 1992 οπ. αναφ. στον Τσάφο, 2014)  προτείνει ένα Α.Π. το οποίο θα καλλιεργεί την κριτική ικανότητα των μελλοντικών πολιτών και θα πραγματεύεται θέματα διαφορετικότητας αναδεικνύοντας παράλληλα τις κυρίαρχες κοινωνικές πρακτικές που περιθωριοποιούν μειονοτικές ομάδες. Έτσι οι μαθητές θα αποκτήσουν φωνή για να διηγηθούν τις δικές τους ιστορίες και να αντιμετωπίσουν κριτικά τον τρόπο των εξουσιαστικών δομών της κοινωνίας να επιβάλλουν τη γνώση.

Ο McLaren (2005, οπ. αναφ. στον Τσάφο, 2014) θεωρεί ότι μπορούν να  απομυθοποιηθούν οι κυρίαρχοι λόγοι και πρακτικές αν ιδωθούν μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό τους πλαίσιο. Οι μαθητές χρειάζεται να έρθουν σε επαφή με την ανάλυση των διαφόρων πολιτικών συστημάτων και ιδεολογιών. Τέλος, προτείνει μια φιλοσοφία της πράξης στο πλαίσιο της οποίας θα είναι δυνατόν να δοκιμαστούν μη καπιταλιστικές πρακτικές κοινωνικού μετασχηματισμού.

Η ανάπτυξη του Α.Π. στην παιδαγωγική του Freire

Μία πρακτική εφαρμογή σχεδιασμού και ανάπτυξης Α.Π. προσανατολισμένο στον στοχασμό και τη δράση και με στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό ήταν η προσέγγιση του του Freire, ενός παιδαγωγού που θεωρείται από τους πρωτεργάτες του κινήματος της Κριτικής Παιδαγωγικής.

Ο Freire (1977) θεωρούσε ότι ο συνδυασμός στοχασμού και δράσης μπορούσε να βοηθήσει τους εκπαιδευόμενους να αναπτύξουν κριτική συνείδηση απέναντι στις συνθήκες της ζωής τους. Η κριτική συνείδηση είχε την άποψη ότι είναι προϋπόθεση ώστε οι εκπαιδευόμενοι να μετασχηματίσουν την πραγματικότητα που βιώνουν και να απελευθερωθούν από αιτιοκρατικές μορφές ύπαρξης. Για τον Freire η γλώσσα και η σκέψη συνδέονται. Οι λέξεις μπορούν είτε να καλύπτουν είτε να αποκαλύπτουν νοήματα. Η διδασκαλία της γλώσσας συνιστά πράξη και μια πράξη πάντοτε έχει συνέπειες. Έχει την άποψη ότι το να μπορείς να ονοματίζεις τον κόσμο ισούται με τη δυνατότητα να τον μετασχηματίσεις.

Ο σχεδιασμός ενός τέτοιου είδους Α.Π. έχει ως αφετηρία το παρόν που βιώνουν οι εκπαιδευόμενοι. O εκπαιδευτικός, χρησιμοποιώντας το διάλογο ως παιδαγωγική μέθοδο, θέτει στον εκπαιδευόμενο την υπάρχουσα κατάσταση ως προβληματική και τον καλεί να δώσει απαντήσεις στο επίπεδο της δράσης. Τον καλεί δηλαδή να προτείνει τρόπους υπέρβασης των προβληματικών καταστάσεων. Η υπάρχουσα κατάσταση οφείλει να αντανακλά τις έγνοιες, τις ελπίδες και τους φόβους του εκπαιδευόμενου.  

Μέσα από διαλογικές διαδικασίες εκπαιδευτικοί και εκπαιδευόμενοι καταλήγουν σε συγκεκριμένα παραγωγικά θέματα. Έτσι ονομάζει ο Freire θέματα που μπορούν να συνδεθούν και με άλλα επιμέρους θέματα. Τα παραγωγικά θέματα τοποθετούνται σε ομόκεντρους κύκλους από το γενικό στο μερικό. Στη συνέχεια οι εκπαιδευτικοί σε συνεργασία με τους ειδικούς κωδικοποιούν τα θέματα σε μορφή θεματικής βεντάλιας.

Στην επόμενη φάση όλοι οι εμπλεκόμενοι συμμετέχουν σε διάλογο σχετικά με τις κωδικοποιήσεις. Οι συζητήσεις τους μαγνητοφωνούνταν. Στο επόμενο στάδιο οι ερευνητές ταξινομούσαν τα ευρήματα στη βάση των διαφόρων επιστημών. Γινόταν δηλαδή η σύνδεση των ζητημάτων που προέκυπταν με τα διάφορα επιστημονικά πεδία. Τα αποτελέσματα ομαδοποιούνταν σε συγκεκριμένα θέματα. Αυτά τα θέματα χωρίζονταν σε κεφάλαια.

Τέλος ετοιμαζόταν  το διδακτικό υλικό (φωτογραφίες, ταινίες, κείμενα από βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες, συνεντεύξεις και θεατρικές παραστάσεις). Το υλικό παρουσιαζόταν από τους παιδαγωγούς στους εκπαιδευόμενους. Έτσι το Α.Π. είχε ως αφετηρία τους εκπαιδευόμενους και κατέληγε πάλι σε αυτούς. (Freire, 1977˙ Γρόλλιος, 2005˙ Τσάφος, 2014)

Μερικές σκέψεις για τη σημερινή πραγματικότητα

Καταλήγοντας, αναπόφευκτα περνούν από το μυαλό μας ορισμένα ερωτήματα. Είναι άραγε όσα προτείνει η Κριτική Παιδαγωγική ουτοπικά και ανεδαφικά; Θα μπορούσαν οι ιδέες της να εφαρμοστούν στην υπάρχουσα εκπαιδευτική πραγματικότητα η οποία μας «επιβάλλεται» ως δεδομένη; Η απάντηση είναι πως μάλλον όχι. Αλλά πραγματικά, λαμβάνοντας ο κάθε εκπαιδευτικός υπόψη το σχολικό περιβάλλον στο οποίο εργάζεται, μπορεί να προσεγγίσει κάποιες από τις βασικές ιδέες των Κριτικών Παιδαγωγών.

Μέσα στις τάξεις μας χρειάζεται περισσότερος διάλογος, περισσότερη δημοκρατία, περισσότερος προβληματισμός και διερεύνηση. Η διδασκαλία μας μπορεί κάποιες φορές -αν όχι πάντοτε- να προσανατολιστεί στην ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας των μαθητών και όχι μόνο στην αναπαραγωγή όσων λένε τα βιβλία. Ας ξεκινήσουμε από απλά, καθημερινά πράγματα. Η κριτική παιδαγωγική δεν είναι μέθοδος, ούτε έτοιμη συνταγή. Είναι διαδικασία και πράξη. Προσπαθώντας, λοιπόν, για κάτι διαφορετικό στην τάξη διαπιστώνουμε ότι συνήθως οι μαθητές ανταποκρίνονται αλλά και ότι εμείς γινόμαστε καλύτεροι και πιο ανθρώπινοι δάσκαλοι/ες.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Apple, M. (1986/1979). Ιδεολογία και Αναλυτικά Προγράμματα. Μετ. Τ. Δαρβέρης. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.

Γούναρη, Π. & Γρόλλιος, Γ. (2010). Εισαγωγή. Στο Π. Γούναρη & Γ. Γρόλλιος (επ.). Κριτική Παιδαγωγική, μια συλλογή κειμένων. Άθηνα: Gutenberg, 11-61.

Γρόλλιος, Γ. (2005). Ο Paulo Freire και το Αναλυτικό Πρόγραμμα. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Βάνιας.

Freire, P. (1977/1972). Η Αγωγή του Καταπιεζόμενου. Μετ. Γ. Κρητικός. Εισ. Θ. Γέρου. Επ. Α. Σταύρου. Αθήνα: Εκδόσεις Ράππα.

Τσάφος, Β. (2014). Αναλυτικό Πρόγραμμα. Θεωρητικές προσεγγίσεις και εκπαιδευτικοί προσανατολισμοί. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Παιδαγωγικη θεωρια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s