Παράλληλες Αναγνώσεις. Το Ζήτημα της Σχολικής Αποτυχίας

Η σχολική αποτυχία είναι ένα ζήτημα που ταλανίζει γονείς και εκπαιδευτικούς και αποτελεί κεντρικό θέμα της εκάστοτε εκπαιδευτικής πολιτικής αλλά και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Όπως κι αν ορίσεις την επιτυχία (είτε ως ανταπόκριση στις εξετάσεις, είτε ως αφομοίωση γνώσεων και ικανότητα χρήσης τους εκτός σχολικού πλαισίου) το ερώτημα παραμένει απελπιστικά επίκαιρο παρά τις τόσες μεταρρυθμίσεις και εκπαιδευτικές αλλαγές. Γιατί οι μαθητές αποτυγχάνουν; Γιατί τα παιδιά δεν μαθαίνουν;

Στη δημόσια συζήτηση επικρατούν δύο απαντήσεις για τα αίτια της σχολικής αποτυχίας. Σύμφωνα με την πρώτη, ευθύνονται οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, δεν ανοίγουν ορίζοντες στην σκέψη του παιδιού. Για τον λόγο αυτό είναι αναγκαίο ένα σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών που θα επιβραβεύει όσους προσπαθούν και θα τιμωρεί όσους αδιαφορούν. Σύμφωνα με τη δεύτερη απάντηση, τα παιδιά αποτυγχάνουν γιατί ξεκινούν από άνισες αφετηρίες, Το σχολείο είναι φτιαγμένο για τα παιδιά των μεσαίων στρωμάτων, ενώ τα παιδιά από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα δεν έχουν το μορφωτικό κεφάλαιο, τον αναγκαίο αναπτυγμένο γλωσσικό κώδικα και τους αναγκαίους πόρους για την επιτυχή ανταπόκριση στις απαιτήσεις του σχολείου. Συναντάμε και άλλες ερμηνείες οι οποίες υπόσχονται να λύσουν το πρόβλημα της αποτυχίας, είτε τεχνικά, μέσω της ανάπτυξης της εκπαιδευτικής τεχνολογίας, είτε ιατρικά, μέσω της διάγνωσης των μαθησιακών δυσκολιών των παιδιών (διάσπαση προσοχής, αυτισμός, υπερκινητικότητα).

Εκλαμβάνοντας το ζήτημα της σχολικής αποτυχίας ως κομβικό για κάθε εκπαιδευτικό σχεδιασμό, είτε αφορά ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα, είτε την τάξη μας, θα επιχειρήσουμε να το προσεγγίσουμε με μία σειρά δημοσιευμάτων. Θα παρουσιάσουμε ορισμένα βιβλία και μερικές σκέψεις που αυτά μας γέννησαν ελπίζοντας να δημιουργηθεί ένας γόνιμος προβληματισμός γύρω από την σχολική αποτυχία.

Βιβλιοπαρουσίαση: «Γιατί αποτυγχάνουν τα παιδιά» του John Holt

Για αρχή παρουσιάζουμε το βιβλίο «Γιατί αποτυγχάνουν τα παιδιά», του John Holt. Επιλέγουμε το συγκεκριμένο βιβλίο, διότι ο συγγραφέας προσπαθεί να δώσει μία εντελώς διαφορετική απάντηση από αυτές που επικρατούν στον δημόσιο λόγο. Ξεκινάει από αυτό που οι παραπάνω προσεγγίσεις θεωρούν μαύρο κουτί∙ τον ίδιο τον μαθητή. Αντί να βλέπει τον μαθητή ως ένα αδρανές σώμα που καθορίζεται από ενέργειες του εκπαιδευτικού, από παράγοντες του περιβάλλοντος, ή από γονιδιακές ή νευροβιολογικές καταστάσεις επιδιώκει μέσω εθνογραφικής παρατήρησης να μελετήσει τι σκέφτεται, τι φαντάζεται, τι επιθυμεί, τι προσπαθεί να κάνει το ίδιο το παιδί, ποιες στρατηγικές αναπτύσσει για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του σχολείου. Ο συγγραφέας θέτει ως στόχο να κατανοήσει τι ακριβώς κάνει το παιδί μέσα στην τάξη, και μέσω αυτού να ερμηνεύσει την επιτυχία ή την αποτυχία.

Το βιβλίο έχει χαρακτήρα ημερολογιακής καταγραφής περιστατικών με μαθητές από το Φεβρουάριο του 1958 έως τον Ιούνιο του 1961. Στρέφεται γύρω από μια σειρά ερωτημάτων: Γιατί το 40% των παιδιών που γράφονται στο γυμνάσιο το εγκαταλείπουν; Γιατί η πλειοψηφία των μαθητών δεν καταφέρνουν να αναπτύξουν παρά μόνο ένα ελάχιστο μέρος από την τεράστια ικανότητά τους για μάθηση και δημιουργία; Πώς συμβαίνει αυτή η μαζική αποτυχία; Τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στην τάξη; Τι συμβαίνει με τα παιδιά που αποτυγχάνουν; Γιατί δεν χρησιμοποιούν τις ικανότητές τους σε μεγαλύτερο βαθμό;

Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα αναδύονται μέσα από καταγραφές σχολικών περιστατικών διαρθρωμένες σε τέσσερις ενότητες. Η πρώτη ενότητα αφορά την στρατηγική, τους τρόπους δηλαδή με τους οποίους προσπαθούν οι μαθητές να ανταποκριθούν ή να αποφύγουν τις απαιτήσεις που θέτει σ’ αυτά το σχολείο. Στο κεφάλαιο αυτό καταγράφονται στιγμιότυπα από τις αλληλεπιδράσεις δασκάλου και μαθητών. Ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει γιατί «ένα αγόρι ή κορίτσι που κάτω από ορισμένες περιστάσεις (έξω από την τάξη) είναι πνευματώδες, παρατηρητικό, ευφάνταστο, αναλυτικό, με μια λέξη έξυπνο, μέσα στην τάξη μετατρέπεται σαν από μαγεία σ’ ένα πραγματικό κούτσουρο».

Οι απαντήσεις εστιάζουν στο γεγονός ότι οι αδύνατοι μαθητές δεν ξέρουν αν καταλαβαίνουν ή όχι το μάθημα, δεν έχουν την επίγνωση της διαφοράς μεταξύ εκείνων που ξέρουν κι εκείνων που αγνοούν (το κάθε φορά νέο στοιχείο του μαθήματος). Επιπλέον, αδυνατούν να συγκρίνουν τις ιδέες που έχουν με την πραγματικότητα. Αντί να δουν το ίδιο το πρόβλημα, να το αναπαραστήσουν με διαφορετικό τρόπο και να επεξεργαστούν τα δεδομένα του, προσπαθούν να το λύσουν αναζητώντας μια απάντηση. Προσπαθούν, ίσως, να θυμηθούν κάτι παρόμοιο, αναζητούν μια συνταγή, λέξεις-κλειδιά που θα τα προσανατολίζουν κάτι σαν οδηγίες κρυμμένου θησαυρού. Αρκετοί μαθητές αναπτύσσουν στρατηγικές για να βρουν τη σωστή απάντηση χωρίς να ενδιαφέρονται για το πώς αυτή παράγεται.

Σε ένα άλλο απόσπασμα αναφέρεται στο ότι τα παιδιά βλέπουν το σχολείο «σχεδόν ολοκληρωτικά από το πρίσμα των καθημερινών και των από ώρα σε ώρα καθηκόντων που τους επιβάλλονται». Αντίθετα ο εκπαιδευτικός νομίζει ότι παίρνει τους μαθητές του σ’ ένα ταξίδι με θαυμάσιο προορισμό, ένα ταξίδι για το οποίο αξίζει να ταλαιπωρηθούν . Όμως στο μυαλό των παιδιών το ταξίδι αυτό μοιάζει με τους αλυσοδεμένους κωπηλάτες σε γαλέρα. Για τα παιδιά το κεντρικό ζήτημα του σχολείου δεν είναι η μάθηση αλλά η εκτέλεση των καθημερινών καθηκόντων ή η απαλλαγή από τα καθήκοντα με όσο το δυνατό μικρότερη προσπάθεια.

Στην ενότητα «Φόβος και αποτυχία» ο συγγραφέας ασχολείται με την ένταση που δημιουργεί στα παιδιά η πίεση του σχολείου και της οικογένειας για επιτυχία και για καλούς βαθμούς και τις συνέπειες που έχει αυτή για τη διαδικασία της μάθησης.

Η ενότητα «Πραγματική μάθηση» ασχολείται με τη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό που φαίνεται ότι ξέρουν τα παιδιά ή ελπίζουμε ότι ξέρουν και σ’ αυτό που πράγματι ξέρουν. Χρησιμοποιώντας πολλά παραδείγματα από τη διδασκαλία των μαθηματικών και την αδυναμία των μαθητών να δικαιολογήσουν τις ενέργειές τους προσπαθεί να αντιπαραβάλει τη μηχανική απάντηση με την ουσιαστική κατανόηση. Ουσιαστική κατανόηση σημαίνει: «Κατανοώ κάτι, όταν μπορώ να κάνω τουλάχιστον ένα από τα παρακάτω: 1..Να το πω με δικές μου λέξεις. 2. Να δώσω παραδείγματα 3. Ν’ αναγνωρίσω αυτό που λέω κάτω από πολλές μεταμορφώσεις και περιστάσεις. 4. Να δω διάφορες σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα σ’ αυτό και σε άλλα γεγονότα ή ιδέες. 5. Να χρησιμοποιήσω αυτό που λέω με διάφορους τρόπους 6. Να προβλέπω ορισμένες από τις συνέπειές του. 7. Να ξέρω το αντίθετό του.

Στο τέταρτο μέρος «Γιατί αποτυγχάνουν τα σχολεία» αλλά και στον επίλογο εστιάζει στο πώς η οργάνωση του σχολείου (ωρολόγιο πρόγραμμα, σχολική γνώση, μαθητικές εργασίες) καταστρέφουν το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής και δημιουργικής ικανότητας των παιδιών. Τα κάνουμε να φοβούνται να πειραματιστούν, να εξερευνήσουν από φόβο μην κάνουν λάθος ή να μην ανταποκριθούν σ’ αυτό που ζητούν απ’ αυτό οι γονείς ή οι δάσκαλοι «Ενθαρρύνουμε τα παιδιά να νιώθουν ότι ο σκοπός όλων αυτών που κάνουν στο σχολείο δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν καλό βαθμό στο διαγώνισμα ή να εντυπωσιάσουν κάποιον με ό,τι φαίνεται να ξέρουν. Σκοτώνουμε την περιέργεια των παιδιών … όταν γίνουν 10 χρονών σταματούν να κάνουν ερωτήσεις. Τα παιδιά «νιώθουν ότι το σχολείο είναι ένα μέρος όπου πρέπει να περάσουν την περισσότερη ώρα εκτελώντας ανιαρά καθήκοντα με ανιαρό τρόπο.

Και η λύση που προτείνει; «Η μόνη λύση -δε μπορώ να δω καμιάν άλλη- είναι να έχουμε σχολεία κι αίθουσες διδασκαλίας όπου κάθε παιδί με το δικό του τρόπο θα μπορεί να ικανοποιεί την περιέργειά του, ν’ αναπτύσσει τις ικανότητές του και το ταλέντο του, ν’ ακολουθεί τα ενδιαφέροντά του και από τους ενήλικους και τα άλλα παιδιά γύρω να παίρνει μια ιδέα της μεγάλης ποικιλίας και του πλούτου της ζωής. Με άλλα λόγια το σχολείο θα έπρεπε να είναι ένας μεγάλος κήπος πνευματικών, καλλιτεχνικών, δημιουργικών και αθλητικών δραστηριοτήτων, όπου το παιδί θα διάλεγε ό, τι ήθελε και όσο ήθελε».

Ορισμένες σκέψεις με αφορμή το βιβλίο

Κάποιοι διαβάζοντας τα παραπάνω θα αναγνωρίζουν την ηχώ της δεκαετίας του ‘70. Την αντιαυταρχική αγωγή, τα στοιχεία που συναντάμε το Summerhill, στο κίνημα της αποσχολειοποίησης, το σχολείο που παρουσιάζεται στο “The Wall” των Pinkfloid. Κάποιοι άλλοι θα δουν στοιχεία του επίσημου παιδαγωγικού λόγου ο οποίος τονίζει την ανάπτυξη των μεταγωστικών δεξιοτήτων, τη διερευνητική μάθηση, τη συσχέτιση της διδακτέας ύλης με τα ενδιαφέροντα και τις ανησυχίες των μαθητών, την ενεργή εμπλοκή των παιδιών στην εκπαιδευτική διαδικασία. Κάποιοι άλλοι θα δουν σ’ αυτά τα κείμενα τους προγόνους σημερινών, διάσημων παιδαγωγών, οι οποίοι κάνουν κριτική στο παλιό, παρωχημένο βιομηχανικό μοντέλο σχολείο που παράγει τυποποιημένων ικανοτήτων παιδιά, όπως ακριβώς η αλυσίδα παραγωγής, που σκοτώνει τη δημιουργικότητα και καλλιεργεί την αδιαφορία.

Ίσως, όμως, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον βρίσκεται στο να διακρίνουμε τα γόνιμα στοιχεία του βιβλίου για μια σύγχρονη κριτική στο υπαρκτό σχολείο. Και αυτά θα μπορούσαν να συνοψισθούν σε δύο σημεία:

Πρώτον, οφείλουμε να μελετήσουμε τα ίδια τα παιδιά μέσα στο πραγματικό περιβάλλον του σχολείου.  Έχουμε συνηθίσει να μιλάμε για τα παιδιά κοιτώντας τα, είτε μέσα από τα μάτια θεωριών, είτε μέσα από τα γυαλιά της ύλης. Ως εκπαιδευτικοί μετράμε συχνά τα παιδιά με τη μεζούρα της ύλης (τι γνωρίζουν, τι μέρος της ύλης έχουν κατακτήσει κ.α.). Άλλοτε προσπαθούμε να εφαρμόσουμε στην οργάνωση της διδασκαλίας μια θεωρία μάθησης (π.χ. γνωστική αλλαγή) ή κάποιο μοντέλο διδακτικής πρακτικής (π.χ. διερευνητική μάθηση, μέθοδο project) χωρίς να γνωρίζουμε παρά μόνο ακροθιγώς το πώς σκέφτονται. Έχουμε άραγε αναρωτηθεί ποτέ ποια είναι τα κίνητρά τους, οι επιδιώξεις τους από το σχολείο, τι τα ενδιαφέρει, πώς διαχειρίζονται τον τεράστιο και χαώδη όγκο των γνωστικών πληροφοριών.

Χρειάζεται οι εκπαιδευτικοί να στρέψουν την προσοχή από την ύλη στο πώς μαθαίνουν. Δεν χρειαζόμαστε ειδικούς που θα μας πουν για μια καινούρια μέθοδο, τεχνική ή τεχνολογικό μέσο που θα μας λύσει το πρόβλημα, αλλά εκπαιδευτικούς που θα κρατούν ημερολόγιο για τα γεγονότα που δείχνουν ότι η ύλη δεν μπήκε στο κεφάλι, για τα μαργαριτάρια που δείχνουν πως τα θραύσματα πληροφοριών συγκαλούνται τυχαία, για την αυτονόμηση των λέξεων–εννοιών των μαθημάτων από την πραγματικότητα την οποία περιγράφουν. Είναι αναγκαίο να μιλήσουμε ως εκπαιδευτικοί μια διαφορετική γλώσσα για τη δουλειά και την τάξη μας πέρα από τη διαχείριση ύλης, χρόνου και συμπεριφορών. Να εστιάσουμε σ’ αυτό που συγκροτεί τον πυρήνα της δουλειάς μας, πώς και κάτω από ποιες προϋποθέσεις ό,τι καλύτερο γέννησε η ανθρώπινη σκέψη θα ανοίξει ορίζοντες στους μαθητές και όχι να το κουβαλούν σαν ασήκωτο βάρος και αγγαρεία.

Το δεύτερο σημείο σχετίζεται άμεσα με το πρώτο. Εάν το σχολείο, το εκπαιδευτικό σύστημα με την οργάνωση της διδακτέας ύλης και των μορφωτικών πρακτικών γεννούν αποτυχία μήπως πρέπει ν’ αναζητήσουμε τις αλλαγές στην «γραμματική του σχολείου», ώστε το σχολείο να είναι χρήσιμο για όλα τα παιδιά και όχι μόνο για όσα θα προχωρήσουν σε ανώτατες σπουδές στο πανεπιστήμιο. Η γραμματική του σημερινού σχολείου με τον τεράστιο όγκο πληροφοριών που είναι ξεκομμένες από την εμπειρία του παιδιού, το ανταγωνιστικό πνεύμα και την εξατομίκευση, στοχεύει αποκλειστικά στον διανεμητικό ρόλο της εκπαίδευσης, στο πως δηλαδή θα ταξινομήσει και θα κατατάξει τους μαθητές, σε καλούς, κακούς μέτριους και άριστους. Υπό αυτήν την έννοια το εκπαιδευτικό σύστημα είναι σχεδιασμένο για να παράγει αποτυχία, να παράγει επιτυχημένους και αποτυχημένους μαθητές. Η σχολική αποτυχία δεν είναι μία ανεπιθύμητη απόκλιση από την κανονικότητα, αλλά μέρος της κανονικής λειτουργίας της εκπαίδευσης.

Συνεπώς, το ζήτημα που προκύπτει είναι με ποιον τρόπο το σχολείο θα καταφέρει να χτίζει σκάλες για τον κάθε μαθητή ανοίγοντας δρόμους στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, αντί να μοιράζει ταμπέλες “καλός – κακός”. Εάν οι φωτοτυπίες, η γραμματική, τα βοηθήματα και οι ασκήσεις δε βοηθούν την πλειοψηφία των μαθητών να μεταφέρουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους στο χαρτί με ένα κατανοητό τρόπο τότε προς ποια κατεύθυνση πρέπει ν’ αλλάξει η γραμματική του σχολείου;

Και για όλα αυτά η δραστική μείωση της ύλης σε κάθε μάθημα της υποχρεωτικής εκπαίδευσης μοιάζει απόλυτη προτεραιότητα, ώστε να δοθεί ο χρόνος στους εκπαιδευτικούς να ασχοληθούν με τους τρόπους σκέψης των παιδιών, με το πώς θα χειριστούν τις άνισες αφετηρίες των μαθητών (διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά και πολιτισμικά κεφάλαια), πως θα διαμορφώσουν μία συνεργατική κοινότητα μάθησης.

Συνοψίζοντας, οι σημερινές διδακτικές μέθοδοι παράγουν γνώση που είναι αποσπασματική και μικρής διάρκειας, γεννούν αποστροφή για το διάβασμα και οδηγούν στην σχολική αποτυχία. Αντί να αναζητούμε αποδιοπομπαίους τράγους σε εκπαιδευτικούς και μαθητές μέσω της αξιολόγησης,  θα ήταν καλύτερο να σκεφτούμε προς τα πού και πώς πρέπει ν’ αλλάξουν οι καθημερινές πρακτικές στο σχολείο.

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under Διδασκαλία, Παιδαγωγικη θεωρια

One response to “Παράλληλες Αναγνώσεις. Το Ζήτημα της Σχολικής Αποτυχίας

  1. Παράθεμα: Παράλληλες Αναγνώσεις: Η πρόταση του Ken Robinson για την εκπαίδευση | Δίκτυο κριτικής στην εκπαίδευση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s