Παράλληλες Αναγνώσεις: Η πρόταση του Ken Robinson για την εκπαίδευση

41AUongcI5L._SX324_BO1,204,203,200_Στο πρώτο κείμενο των Παράλληλων αναγνώσεων (εδώ) ασχοληθήκαμε με μία οπτική που αναζητούσε τους παράγοντες της σχολικής αποτυχίας στο σχολείο ως ζωντανό οργανισμό και στις πρακτικές που κυριαρχούν σε αυτό. Τώρα στρέφουμε την προσοχή μας σε μία πιο ατομοκεντρική οπτική, η οποία εξετάζει το σχολείο αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της ατομικής ανάπτυξης.

Ο Ken Robinson είναι Βρετανός συγγραφέας, ομιλητής και διεθνής σύμβουλος σε θέματα εκπαίδευσης που αφορούν κυρίως την τέχνη σε κυβερνητικά, μη κερδοσκοπικά και εκπαιδευτικά σωματεία. Είναι πολύ γνωστός στο ευρύτερο κοινό (εκπαιδευτικούς και γονείς) για τις διαλέξεις του στην κοινότητα TED σχετικά με τη δημιουργικότητα και την ανάγκη ριζικού μετασχηματισμού της εκπαίδευσης για να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις. Εδώ, παρουσιάζουμε το βιβλίο του με τίτλο “The Element, How Finding Your Passion Changes Everything”.

Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά. Η κεντρική έννοια που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι το “Element” και αναφέρεται σε εκείνο το ιδιαίτερο ταλέντο (αυτό που στα ελληνικά εννοούμε λέγοντας “το στοιχείο μου”) που καθορίζει κάθε άτομο και η ανακάλυψη και ανάπτυξή του αλλάζει μια για πάντα τη ζωή του. Το βιβλίο επιλέχθηκε καθώς πρόκ
ειται για ένα δημοφιλές ανάγνωσμα, γραμμένο για ένα ευρύ ακροατήριο ατόμων (εκπαιδευτικούς, γονείς αλλά και όσους ενδιαφέρονται για την προσωπική τους ανάπτυξη). Οι θεωρητικές απόψεις του συγγραφέα εμπλουτίζονται με παραδείγματα από ιστορίες απλών καθημερινών ανθρώπων αλλά και διάσημων που κατάφεραν να ανακαλύψουν το “στοιχείο” τους και να μεταμορφώσουν τη ζωή τους. Αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο όμως, είναι ότι στο συγκεκριμένο βιβλίο αναπτύσσεται η θεωρία του συγγραφέα για την προσωπική ανάπτυξη του ατόμου και οι  παιδαγωγικές εφαρμογές που πηγάζουν από αυτήν.

Βασικές θέσεις του συγγραφέα στο “The Element”

Σύμφωνα με τον Robinson, το σχολείο, όπως αυτό λειτουργεί στη σημερινή εποχή, είναι προσανατολισμένο σχεδόν αποκλειστικά στην ακαδημαϊκή γνώση. Επιπλέον, το σχολείο ακολουθεί μία ομοιόμορφη μέθοδο για όλα τα παιδιά (one-size-fits-all approach) με αποτέλεσμα να μην εκτιμώνται, ούτε και να λαμβάνονται υπόψην οι ιδιαίτερες ικανότητες του κάθε μαθητή. Σε αυτήν την εικόνα σχολείου αντιπαραθέτει παραδείγματα διάσημων ατόμων (π.χ. Richard Branson ιδρυτής της Virgin Megastores και Paul McCartney των γνωστών Beatles) τα οποία εγκατέλειψαν ή δεν ενδιαφέρονταν για τα σχολικά μαθήματα αλλά ανακαλύπτοντας το “στοιχείο” τους κατάφεραν να επιτύχουν στη ζωή τους (παρά τις αντίθετες, δυσοίωνες προβλέψεις). Ο Robinson θεωρεί, μάλιστα, πως η ανακάλυψη και η ανάπτυξη του “στοιχείου” είναι απαραίτητο συστατικό όχι μόνο για την ατομική ευτυχία, αλλά και για την ευημερία των κοινοτήτων μας. Για τον λόγο αυτό, η εκπαίδευση θα έπρεπε να είναι μία από τις κύριες διαδικασίες που μας οδηγεί στην ανακάλυψη του ιδιαίτερου “στοιχείου” μας.

Η ατομοκεντρική αφετηρία του Robinson, η οποία δίνει έμφαση στο ιδιαίτερο στοιχείο του κάθε ατόμου, παράγει και το κριτήριο της κριτικής του για την εκπαίδευση. Η κριτική αυτή μπορεί να συνοψισθεί σε δύο θέσεις: α) Κυριαρχεί η ιεραρχική κατάταξη των επιστημονικών κλάδων (γλώσσες, φυσικομαθηματικά στην κορυφή και τέχνες πολύ χαμηλότερα) και β) η συμμόρφωση στην κοινωνική νόρμα έχει μεγαλύτερη αξία από την ποικιλία.

Ο Robinson συνδέει την κριτική του στην εκπαίδευση με την οργάνωση της οικονομίας. Υποστηρίζει πως στο βιομηχανικό μοντέλο παραγωγής ο ακαδημαϊκός προσανατολισμός και η ομοιομορφία του σχολείου οδηγούσαν τους απόφοιτους σε επαγγελματική εξασφάλιση. Η κατάρρευση αυτού του μοντέλου και της δυνατότητας επαγγελματικής εξασφάλισης έχει ως αποτέλεσμα να αυξάνεται συνεχώς η πίεση για σχολική επιτυχία, οδηγώντας έτσι σε εξοντωτικά ωράρια σε σχολεία και φροντιστήρια, περιορισμό των τεχνών στην εκπαίδευση (προς χάρην των ακαδημαϊκών μαθημάτων), και πολύ μεγάλα επίπεδα ανταγωνισμού ήδη από το νηπιαγωγείο.

Ο Robinson ασκεί, επίσης, κριτική στα μεταρρυθμιστικά κινήματα που επικεντρώνονται περισσότερο στα προγράμματα σπουδών και την αξιολόγηση, παραγκωνίζοντας την ίδια την παιδαγωγική διαδικασία η οποία μη ακολουθώντας τις σύγχρονες εξελίξεις, παραμένει στάσιμη. Αναφορικά με την αξιολόγηση, ισχυρίζεται πως η πίεση των τεστ έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό που οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί δηλώνουν ότι νιώθουν πως έχουν εγκαταλείψει την πραγματική φύση του επαγγέλματός τους, δε νιώθουν δημιουργικοί και απλά διδάσκουν για τα τεστ. (ΣτΜ.: ειδικά στην Αμερική τα λεγόμενα standardized tests αποτελούν ένα πολύ μεγάλο σημείο διαμάχης και κριτικής για τη χρησιμότητά τους). Τα τεστ έχουν μετατραπεί από εργαλεία σε αυτοσκοπό της εκπαίδευσης. Η άποψη του είναι ότι ο πιο δυναμικός τρόπος να βελτιωθεί η εκπαίδευση δε βρίσκεται ούτε στα προγράμματα σπουδών, ούτε στην αξιολόγηση αλλά στο να βελτιωθεί η διδασκαλία και το στάτους των εκπαιδευτικών.

Από την πλευρά του ο Robinson προτείνει όχι απλά τη μεταρρύθμιση (reform) αλλά τη ριζική μεταμόρφωση (transform) της εκπαίδευσης, με σκοπό κάθε άτομο να κάνει πλήρη χρήση των φυσικών του δυνατοτήτων, ώστε να εκμεταλλευτεί πλήρως την ποικιλία, τη δυναμικότητα και την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης νοημοσύνης. Για να το επιτύχουμε αυτό χρειαζόμαστε μία εκπαίδευση που να μας φέρνει κοντά στο “στοιχείο”. Μία τέτοιου είδους εκπαίδευση, Elemental Education όπως την ονομάζει, οργανώνεται γύρω από τρεις βασικές θέσεις:

  1. Περιορισμός της ιεραρχίας που υπάρχει ανάμεσα στα σχολικά μαθήματα. Η τοποθέτηση κάποιων επιστημονικών τομέων ή γνωστικών αντικειμένων σε ανώτερο σημείο έναντι άλλων μόνο ενισχύει τις ξεπερασμένες υποθέσεις της βιομηχανοποίησης και προσβάλλει την αρχή της ποικιλίας.
  2. Το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να βασίσει το πρόγραμμα σπουδών του όχι στην ιδέα των διακριτών μαθημάτων αλλά στην πιο γενική ιδέα των επιστημονικών τομέων. Έτσι, γίνεται δυνατό ένα ρευστό και δυναμικό πρόγραμμα σπουδών που είναι διεπιστημονικό.
  3. Το πρόγραμμα σπουδών θα πρέπει να είναι προσωπικό (personalized). Η μάθηση συμβαίνει στα μυαλά και τις ψυχές των ατόμων -όχι στις βάσεις δεδομένων των τεστ πολλαπλής επιλογής.

Ο ίδιος πιστεύει ότι μία τέτοια μεταμόρφωση της εκπαίδευσης δεν είναι κάτι το άπιαστο και αφηρημένο καθώς αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα σχολείων που ήδη κινούνται σε αυτήν την κατεύθυνση. Απορρίπτουν την τυποποιημένη εκπαίδευση και εξατομικεύουν  το πρόγραμμα σπουδών, ώστε οι μαθητές να ανακαλύψουν τα ιδιαίτερα ταλέντα τους.

Συνοπτικά, η μάθηση είναι, σύμφωνα με τον Robinson, μία προσωπική διαδικασία. Οι σύγχρονες διαδικασίες της εκπαίδευσης δεν υπολογίζουν τα προσωπικά στυλ μάθησης και τα ατομικά ταλέντα των παιδιών. Προσβάλλουν την αρχή της μοναδικότητας (distinctiveness). Ως εκ τούτου, το μέλλον της εκπαίδευσης βρίσκεται στην άρνηση της τυποποίησης, της προσαρμογής και της μαζικοποίησης.

Ορισμένες σκέψεις με αφορμή το βιβλίο

Οι απόψεις του Ken Robinson έχουν, σίγουρα, αποτελέσει πηγή έμπνευσης για χιλιάδες εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων στον κόσμο. Η κριτική του στο σχολείο περιέχει πράγματι αρκετά στοιχεία αλήθειας. Μπορούμε εδώ να αναφέρουμε κυρίως την πρωταρχική σημασία που αποδίδει τόσο στην αναβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών σε συνάρτηση με την έμφαση στην παιδαγωγική διαδικασία, όσο και στην απάλειψη της ιεραρχικής κατάταξης των επιστημονικών κλάδων/μαθημάτων, αλλά και τη δριμεία κριτική που ασκεί στη λαίλαπα των τεστ.  

Ωστόσο, πέρα από τη γοητευτική παρουσίαση των απόψεων του εγείρονται μία σειρά από σημαντικά ζητήματα, τα οποία εξεταζόμενα υπό το πρίσμα μίας σύγχρονης κριτικής θεώρησης δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν προβληματικά. Καταρχήν, οι προτάσεις του διατυπώνονται αφηρημένα και γενικόλογα χωρίς κάποιο συγκεκριμένο περιεχόμενο. Οι έννοιες του ταλέντου και της δημιουργικότητας δεν αναλύονται ποτέ συστηματικά. Χρησιμοποιούνται με μία ευκολία που προσιδιάζει περισσότερο στην pop ψυχολογία παρά στην παιδαγωγική θεωρία. Επιπλέον, ο Robinson δεν παρουσιάζει συγκεκριμένες προτάσεις και τρόπους για το πως μπορεί να ενταχθεί η αναζήτηση των ξεχωριστών κλίσεων και ταλέντων του κάθε μαθητή στην εκπαιδευτική πραγματικότητα. Φαίνεται, μάλιστα, να μην ενοχλείται από παραδοσιακές παιδαγωγικές πρακτικές αρκεί αυτές να υπηρετούν την εξεύρεση και την ανάπτυξη του «στοιχείου».  

Το σημαντικότερο όμως ζήτημα είναι η αντίληψή του για τη μάθηση ως μία προσωπική διαδικασία και η αντίστοιχη πρόταση για εξατομίκευση του προγράμματος σπουδών. Για τον Robinson, το ιδεώδες σχολείο τείνει στην πλήρη εξατομίκευση, ώστε ο κάθε μαθητής να είναι σε θέση να βρει το “στοιχείο” του. Παραβλέπεται, έτσι, η κοινωνική διάσταση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αγνοείται ότι η μάθηση είναι καταρχήν μία κοινωνική διαδικασία. Η μάθηση σίγουρα δεν συμβαίνει στις βάσεις δεδομένων των τεστ πολλαπλής επιλογής, όπως αναφέρεται στο βιβλίο. Σίγουρα, όμως δε συντελείται ούτε στα μυαλά και τις ψυχές των ατόμων, ξεκομμένα από το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Συντελείται πρωτίστως στην κοινωνική αλληλεπίδραση που αναπτύσσουν μεταξύ τους διαφορετικοί άνθρωποι. Η πνευματική ανάπτυξη είναι μία κοινωνική διαδικασία, μία διαδικασία συμμετοχής. Ως εκ τούτου, η ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών δεν επιτυγχάνεται μέσα από την εξατομίκευση των προγραμμάτων σπουδών, αλλά μέσα από τη διαμόρφωση συνεργατικών κοινοτήτων μάθησης.

Η ατομοκεντρική αφετηρία του Robinson οδηγεί και σε μία “στρεβλή” θεώρηση της κοινωνικής μάθησης. Κατά τη γνώμη του, εκτός από τη δημιουργικότητα, η συνεργασία είναι άλλη μία από τις βασικές συνιστώσες στην οποία οφείλει να στηρίζεται ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτή όμως η συνεργασία παρουσιάζεται μέσα από ένα απόλυτα προσωπικό, εξατομικευμένο πρίσμα. Δεν πρόκειται τόσο για ομάδες ατόμων με διαφορετικά ενδιαφέροντα, κλίσεις και δυνατότητες που συνεργάζονται έχοντας συζητήσει και συνδιαμορφώσει κοινούς στόχους. Πρόκεται για άτομα που τους έχει προσφερθεί απόλυτα εξατομικευμένη εκπαίδευση η οποία τους οδηγεί στο “στοιχείο” τους, έτσι ώστε να μπορούν να υπηρετούν συνεργαζόμενοι κάποιον σκοπό. Συνεπώς, η παιδαγωγική πρόταση του Robinson δεν αφορά κυρίως τη συνεργασία, αλλά την αντίθεση καινοτόμας ατομικότητας -που έχει βρει το “στοιχείο” της- και ομοιόμορφης πλειοψηφίας. Με τον τρόπο αυτό, τείνει σε ελιτίστικες κατευθύνσεις.

Πέρα από το σοβαρό ζήτημα της θεώρησης της μαθησιακής διαδικασίας, μπορεί κανείς να εγείρει και μεθοδολογικά ζητήματα. Η αναφορά μεμονομένων περιπτώσεων και παραδειγμάτων μπορεί να λειτουργεί αδιαμφισβήτητα ως πηγή έμπνευσης, αλλά δεν αποτελεί μία αυστηρή ερευνητική μεθοδολογία για την ασφαλή γενίκευση των παρατηρήσεων του. Σε ολόκληρο το βιβλίο δύσκολα θα εντοπίσει κανείς αναφορές σε προηγούμενες μελέτες ή σε στοιχεία για τη λειτουργία του σχολείου. Μπορούμε να ισχυριστούμε, λοιπόν, πως ορισμένα παραδείγματα αποτελούν επαρκή βάση για να στηριχθεί μία παιδαγωγική θεωρία;

Κλείνοντας, καταλήγουμε στο ότι οι απόψεις του Ken Robinson -τουλάχιστον έτσι όπως εκφράζονται στο συγκεκριμένο βιβλίο του- εκφράζουν περισσότερο μία new age παιδαγωγική της αυτοβοήθειας παρά μία συγκροτημένη παιδαγωγική πρόταση. Μεταφέρει το λόγο της new age ψυχολογίας για το άτομο – που είναι υπεύθυνο, ελεύθερο, βιώνει την κάθε στιγμή και παίρνει το στα χέρια του τον έλεγχο της ζωής του – σε παιδαγωγικές καταστάσεις. 

Στους παρακάτω συνδέσμους μπορείτε να βρείτε ορισμένα στοιχεία κριτικής της σκέψης του Robinson.

https://www.tes.com/article.aspx?storyCode=6360730

http://voices.washingtonpost.com/answer-sheet/daniel-willingham/willingham-is-a-paradigm-shift.html

 

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Παιδαγωγικη θεωρια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s