Πέντε κακές υποθέσεις για την εκπαίδευση που τα media συνεχίζουν να ανακυκλώνουν

Του Alfie Kohn

Πολύ σπάνια τυχαίνει το εξώφυλλο του Book Review των New York Times, το οποίο παρουσιάζει ορισμένα θέματα με το υψηλότερο διανοητικό κύρος στις Η.Π.Α., να αφιερώνεται σε μία συζήτηση γύρω από την εκπαίδευση. Όταν αυτό συμβαίνει, όπως συνέβη την προηγούμενη Κυριακή, γίνεται σαφές για ποιο λόγο “η σχολική μεταρρύθμιση” απλώς διαιωνίζει και εντείνει το εκπαιδευτικό status quo.

Μια συγκεκριμένη ιδεολογία μαζί με μία δέσμη εμπειρικών εικασιών βρίσκονται στη βάση των περισσότερων συζητήσεων γύρω από την εκπαίδευση σε αυτήν τη χώρα [ενν. οι ΗΠΑ], των περισσότερων από όσα πραγματικά γίνονται στα σχολεία και των περισσότερων προτάσεων για αλλαγή. Αυτές οι εικασίες γίνονται αποδεκτές από την συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών, των επιχειρηματιών και των δημοσιογράφων. (Όποτε τρεις οντότητες εμπλέκονται σε κάτι, η συνήθης μεταφορά είναι το σκαμνάκι με τα τρία πόδια. Εδώ, σκέφτομαι το λογότυπο της ανακύκλωσης, στο οποίο τα τρία βέλη σχηματίζουν ένα τρίγωνο, με το καθένα να δείχνει στο άλλο σε μία συνεχή τροχιά).


Οι προοδευτικοί κριτικοί παραπονιούνται ο ένας στον άλλο για το πως οι επιχειρήσεις, τα ιδρύματα επιχειρήσεων και μία επιχειρηματική αντίληψη οδηγούν την εκπαιδευτική πολιτική. Η δημιουργία των πολιτειακών στάνταρντς του Common Core είναι μόνο το πιο πρόσφατο παράδειγμα. Έχουμε επίσης, θίξει ότι οι Δημοκρατικοί και Ρεπουπλικανοί δημόσιοι αξιωματούχοι ακούγονται αξιοσημείωτα ίδιοι όταν μιλάνε για σχολεία – ίδιοι ο ένας με τον άλλο και ίδιοι με την επιχειρηματική κοινότητα. Αλλά πολύ λιγότερα έχουν ειπωθεί για το πως οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν την εκπαίδευση τείνουν να καθρεφτίζουν και να θρέφουν αυτήν την ίδια κυρίαρχη – και, νομίζω βαθιά προβληματική – αντίληψη της εκπαίδευσης.

Αυτό το τρίτο βέλος παρουσιάστηκε με εμφανή τρόπο στο Book Review καθώς μία δημοσιογράφος και συγγραφέας, η Annie Murphy, ανέφερε περιληπτικά ένα βιβλίο από κάποια άλλη, την Amanda Ripley. Δεν έχω ακόμα διαβάσει το βιβλίο “The Smartest Kids in the World and How They Got That Way,” (Τα εξυπνότερα παιδιά στον κόσμο και πως διαμορφώνονται) αλλά η κριτικός δείχνει να δέχεται σχεδόν όλα όσα εκλαμβάνει ως βασικές υποθέσεις της συγγραφέας. Η τελική κριτική (με τίτλο: “Likely to Succeed”) προσφέρει μία άξια προσοχής συλλογή προβληματικών προϋποθέσεων:

  1. Η Αμερική χρειάζεται απεγνωσμένα να στραφεί σε άλλες χώρες για λύσεις επειδή η επίδοση των μαθητών μας είναι “μέτρια”.
  1. Ο καλύτερος τρόπος να κρίνουμε την εκπαιδευτική επιτυχία ή αποτυχία είναι με το να κοιτάμε τα σκορ των σταθμισμένων τεστ. Τα υψηλά σκορ είναι καλά, τα χαμηλά σκορ είναι κακά – τελεία. Και τα τα υψηλά σκορ καθορίζονται με όρους ο ένας κερδίζει – ο άλλος χάνει (in zero-sum terms). Το νόημα δεν είναι να φτάσουμε ένα συγκεκριμένο επίπεδο αλλά να ξεπεράσουμε τους μαθητές των άλλων χωρών.
  1. Ο πρωταρχικός στόχος των σχολείων είναι να μεταφέρουν στα παιδιά “τις γνώσεις και τις δεξιότητες για να είναι ανταγωνιστικά στην παγκόσμια οικονομία”. (Αυτή η δήλωση περιλαμβάνει δύο προϋποθέσεις:  ότι η εκπαίδευση θα πρέπει να γίνεται κατανοητή πρωτίστως με οικονομικούς όρους, και -όπως με τα αποτελέσματα των τεστ- ο στόχος είναι όχι να επιτύχουν αλλά να θριαμβεύσουν πάνω στους άλλους.)
  1. Ομοίως, από την ατομική πλευρά του μαθητή, ο κύριος λόγος για να μάθει κάτι κανείς είναι το ότι κάνοντάς το, το προαπαιτούμενο είναι να βγάζεις περισσότερα χρήματα μετά την αποφοίτηση. Αναφέρεται πως ένας Αμερικανός μαθητής ρώτησε δύο Φινλανδές μαθήτριες γιατί φαίνεται να ενδιαφέρονται τόσο πολύ γι’ αυτό που μελετάνε, και πήραν αυτό που ο Paul και/ή o Ripley θεωρούν ως “την μόνη λογική εξήγηση”: Η σκληρή μελέτη θα σε οδηγήσει τελικά σε μία “καλή δουλειά”. Αλίμονο, ειπώθηκε, αυτή “η αδιάψευστη λογική ακόμα διαφεύγει από πολλούς Αμερικάνους μαθητές.”
  1. Ένα βασικό συστατικό της επιτυχίας είναι η “επιμονή” – γνωρίζοντας “πώς είναι να αποτυγχάνεις, δούλεψε σκληρότερα και κάνε το καλύτερα”. Βάζοντας τα παιδιά σε ένα “τροχό ποντικιού” με “αδιάκοπη και υπερβολική” πίεση να τα καταφέρουν με κάθε κόστος, ίσως έχει τραγικά ανθρώπινα κόστη – π.χ. στην Κορέα- αλλά αυτό φέρεται να είναι προτιμότερο από τις λιγότερο έντονες πιέσεις που λέγεται ότι βιώνουν οι Αμερικάνοι μαθητές.

(Υπάρχει στην πραγματικότητα ένα ακόμα σετ ενδιαφέρουσων υποθέσεων στην κριτική, η οποία είναι ότι η διαδικασία των Φιλανδών να επιλέγουν μόνο τους καλύτερους υποψήφιους για να γίνονται εκπαιδευτικοί ξεκινά έναν “φαύλο κύκλο” στον οποίο είναι δυνατό να δίνεται περισσότερη αυτονομία στους “καλύτερα-προετοιμασμένους, καλύτερα-εκπαιδευμένους εκπαιδευτικούς, οδηγώντας σε πιο ικανοποιημένους εκπαιδευτικούς οι οποίοι είναι επίσης περισσότερο πιθανό να παραμείνουν”. Παρατηρήστε ότι (α) το επιλέγοντας “κορυφαίους” μαθητές να γίνονται εκπαιδευτικοί εξισώνεται με το το να προσφέρεται καλύτερη προετοιμασία και εκπαίδευση, και (β) εικάζεται ότι οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι δεν ήταν στους κορυφαίους της τάξης τους ή τους παρέχεται μία συγκεκριμένου είδους εκπαίδευση δε θα έπρεπε να τους δίνεται αυτονομία. Συνεπώς, η διαδικασία της μικρόδιαχείρισης (σχολαστικής διαχείρισης) εκπαιδευτικών, με το να τους επιβάλλονται λεπτομερώς ρυθμιστικά αναλυτικά προγράμματα και παιδαγωγική, δικαιολογείται επειδή όλοι αυτοί οι ελάχιστα καταρτισμένοι εκπαιδευτικοί (που δουλεύουν αυτή τη χρονική στιγμή στα σχολεία) τα χρειάζονται).

Μαζί με άλλους συγγραφείς, έχω προσπαθήσει να δοκιμάσω κάθε μία από αυτές τις υποθέσεις. Η πρώτη είναι στην πραγματικότητα η ακρογωνιαία λίθος των άλλων: Επειδή οι μαθητές μας είναι στον πάτο του βαρελιού πρέπει να καταφύγουμε σε άλλες χώρες να μάθουμε πως πρέπει να γίνει η εκπαίδευση. Αυτό καταλήγει να είναι μία ανοησία, καθώς έχω δείξει σε ένα πρόσφατο δοκίμιο με τίτλο: “We’re Number Umpteenth!’: The Myth of Lagging U.S. Schools”, και όπως άλλοι έχουν εδώ και καιρό εξηγήσει (μεταξύ των οποίων Iris Rotberg, Richard Rothstein, Gerald Bracey)

Παρόλο που ο κάθε φορά δημοσιογράφος και ακόμα και ο πολιτικός ίσως θα αναγνώριζε ότι, πολύ πιθανόν, υποβάλλουμε σε πολλά τεστ τα παιδιά, σχεδόν όλοι εμπιστεύονται ότι τα σκορ των τεστ είναι κατάλληλα για να κρίνουν το στάτους ενός μαθητή, σχολείου, πολιτείας, ακόμα και εκπαίδευσης του έθνους. Αν αποδειχθεί ότι τα σταθμισμένα τεστ είναι εγγενώς προβληματικοί δείκτες -όχι απλώς πως έχουν χρησιμοποιηθεί λανθασμένα ή σε υπερβολικό βαθμό- τότε όλες οι κρίσεις που βασίζονται σε αυτά τα νούμερα θα έπρεπε να επανεξεταστούν. Ξαφνικά, κάποιος θα συνειδητοποιοimagesύσε ότι είναι πιθανό η φρικτή διδασκαλία και οι ουδέτερες πνευματικές ικανότητες να παράγουν υψηλά σκορ στα τεστ. Και η εξαιρετική  διδασκαλία και η δημιουργική σκέψη να παράγουν σχετικά χαμηλά σκορ στα τεστ. Αυτό, φυσικά,θα έθετε υπό αμφισβήτηση κάθε άρθρο ή βιβλίο που κρίνει τα “έξυπνα παιδιά” ή τα “επιτυχημένα σχολεία” στη βάση των αποτελεσμάτων των σταθμισμένων τεστ.

Η τρίτη υπόθεση βασίζεται περισσότερο σε μία αξία παρά σε μία απόδειξη, έτσι κάποιος μπορεί μόνο να επιχειρηματολογήσει, όπως έχω κάνει και αλλού, ότι υπάρχει κάτι πιο βαθιά ενοχλητικό με το να θεωρείς τα παιδιά περισσότερο ως μελλοντικούς υπαλλήλους και να μειώνεις την εκπαίδευση σε μία προσπάθεια να αυξήσεις την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων -ή ακόμα χειρότερα, το ενδεχόμενο οι “δικές μας” επιχειρήσεις να νικήσουν τις “δικές τους”. Μερικές από τις λιγότερο εμπνευσμένες προσεγγίσεις στην εκπαίδευση, και οι λιγότερο σημαντικοί τρόποι να αξιολογήσουμε την επιτυχία της, παράγονται λογικά από το να σκέφτεσαι την εκπαίδευση όχι με όρους της εγγενούς αξίας της, ή της συνεισφοράς της σε μία αληθινά δημοκρατική κοινωνία, αλλά του πλαισίου της “παγκόσμιας οικονομίας του 21ου αιώνα”.

Η τέταρτη υπόθεση -ότι “ο μόνο λογικός” λόγος για να πάρουν τα παιδιά το σχολείο στα σοβαρά είναι το δικό τους τελικό οικονομικό κέρδος- επίσης, αντικατοπτρίζει βασικές αξίες, αλλά εδώ υπάρχουν κάποια σχετικά στοιχεία. Για παράδειγμα, μία έρευνα που δημοσιεύτηκε τον περασμένο χρόνο στο “Journal of Educational Psychology”, η οποία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε άλλες έρευνες, βρήκε ότι “τονίζοντας τα χρηματικά οφέλη που η εκπαίδευση μπορεί να φέρει…μπορεί πολύ καλά να αποθαρρύνει τους νέους από την πλήρη εμπλοκή τους με τη μάθηση”.

Όσο για την τελευταία υπόθεση: Για να είμαστε ειλικρινείς, βρίσκω βαθιά καταθλιπτικό το να θεωρείται η πιθανότητα κάποιος να θεωρεί την μιζέρια που τοποθετείται πάνω στα παιδιά, τη θυσία της παιδικής τους ηλικίας στο βωμό των υψηλών βαθμών και σκορ στα τεστ -όλα στο όνομα του να τα σκοτώνουμε στο διάβασμα με όλα και περισσότερα γεγονότα [1] έτσι ώστε να μπορέσουν να βγάλουν μερικούς ακόμα πόντους σε ένα τεστ “ο θάνατός σου η ή ζωή μου”- και να πούμε “E, οφείλουμε να συμπεριφερόμαστε στα παιδιά μας περισσότερο με αυτόν τον τρόπο!” (Αναφέρθηκε πως  η Ripley δήλωσε ότι, παρά τις υπερβολές, θα “διάλεγε πρόθυμα τον “τροχό του ποντικιού” στην αμερικανική προσέγγιση καθώς “ένιωθε πιο ειλικρινής”). Αντίθετα, κάποιοι πιο κοντά σε αυτά τα τρομακτικά καθεστώτα των ιδιαιτέρων μαθημάτων και του ψυχολογικού στρες δηλώνουν ότι πρέπει να σταματήσουν. Ένας νοτιοκορεάτης αξιωματούχος για την εκπαίδευση εξετάζει διεξοδικά τη ζημιά και αναφέρει, στην πραγματικότητα, “σε τι μετράνε τα υψηλά σκορ αν καταστρέφουμε τα παιδιά μας; Προσπαθούμε να ξεπεράσουμε αυτή την πνιγηρή εκδοχή της εκπαίδευσης, που επικεντρώνει στην προετοιμασία για τεστ (test-prep version of education)” και εσείς Αμερικάνοι θέλετε να μας μιμηθείτε;”

Μέρος της ιδεολογίας που κρύβεται πίσω από το ενδιαφέρον για τον τροχό του ποντικιού είναι η τρέχουσα αποθέωση της αυτοπειθαρχίας, του σθένους (αυτό που οι Αμερικάνοι ονομάζουν “κότσια”) και των δήθεν πλεονεκτημάτων του να κάνεις τα παιδιά να βιώνουν περισσότερη αποτυχία και απογοήτευση. Έχω προκαλέσει αυτές τις μοντέρνες εκδοχές της προτεσταντικής εργασιακής λογικής στο βιβλίο που λέγεται “The Myth of the Spoiled Child.” Αυτό που εκπλήσσει, ωστόσο είναι πόσο πολλοί δημοσιογράφοι έχουν άκριτα δεχθεί ένα σετ αρχών βασισμένο σε έναν συνδυασμό συντηρητικής ιδεολογίας και κακής ψυχολογίας. (Σας προκαλώ να βρείτε ένα και μόνο άρθρο στον παραδοσιακό τύπο το οποίο να προκαλεί ουσιαστικές ερωτήσεις για την αξία της αυτοπειθαρχίας ή του σθένους). Και φυσικά αυτές οι υποθέσεις ταιριάζουν υπέροχα μαζί με όλα τα άλλα δεδομένα -για τη μετριότητα των Αμερικανών μαθητών, την αξία των σταθμισμένων τεστ και την οικονομική λογική της εκπαίδευσης.

Σκεφτείτε αυτό, η συνεργατική σχέση μεταξύ πολιτικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων απεικονίζεται πραγματικά σε αυτό το λογότυπο των τριών βελών γιατί οι αρχές που αναφέρθηκαν συνέχεια ανακυκλώνονται. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της συμβατικής σοφίας, η κυρίαρχη ιδεολογία, είναι ότι πλέον δεν την αναγνωρίζουμε ως τέτοια καθώς την ακούμε τόσο συχνά. Δεν υπάρχει τροφή για σκέψη εδώ, ο καθένας απλά ξέρει ότι οι μαθητές μας είναι τεμπέληδες ή ότι η αύξηση των αποτελεσμάτων των τεστ θα βελτιώσει την οικονομία μας,  ότι το σθένος είναι καλό, δεν υπάρχει ανάγκη να υπερασπιστούν τέτοιες θέσεις.

Τροφή για σκέψη; Ακούστε: Θα έτρωγα πρόθυμα το πρωτοσέλιδο του New York Times Book Review αν έστω  παρουσιαζόταν ένα βιβλίο που προκαλεί αυτές τις υποθέσεις.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

  1. Πολλά βιβλία και άρθρα για τα “πιο έξυπνα παιδιά” ή την “νέα επιστήμη της μάθησης” αποδεικνύονται τελικώς περισσότερο τεχνικές για την αποτελεσματικότερη απομνημόνευση γεγονότων και όχι για την ουσιαστική μάθηση – με την έννοια της κατανόησης ιδεών από μέσα προς έξω. Αλλά αυτό είναι μία δημοσιογραφική παρεξήγηση για άλλη μέρα.

 

Πηγή: www.washingtonpost.com

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Εκπαιδευτική πολιτική

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s