Παράλληλες Αναγνώσεις: Ο G.Biesta «ενάντια στη μάθηση»

gert_biestaΟ Gert Biesta είναι ένας σημαντικός θεωρητικός γύρω από ζητήματα εκπαίδευσης. Έρχεται από μία μακρά παράδοση γύρω από τη δημοκρατική εκπαίδευση που ξεκινά από τον Dewey, περνά μέσα από την Κριτική Παιδαγωγική και ενσωματώνει σύγχρονους στοχαστές, όπως ο Levinas, ο Foucault και o Derrida. Στο άρθρο του με τίτλο “Against Learning” (“Ενάντια στη μάθηση”) επιχειρεί να καταδείξει τη σύγχρονη γλώσσα με την οποία προσεγγίζουμε τα ζητήματα της εκπαίδευσης. Και αυτό διότι, η γλώσσα που χρησιμοποιούμε κάθε φορά δεν είναι ουδέτερη. Δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα. Αντίθετα, η γλώσσα ορίζει πρακτικές και με τον τρόπο αυτό προσδιορίζει τι μπορούμε να αντιληφθούμε και τι μπορούμε να αμφισβητήσουμε.

Στο συγκεκριμένο άρθρο, ο Biesta υποστηρίζει πως τα τελευταία 20 χρόνια η έννοια της μάθησης έχει αναδειχθεί ως η πλέον κεντρική έννοια. Η γλώσσα γύρω από την εκπαίδευση έχει μετασχηματισθεί σε μια γλώσσα γύρω από τη μάθηση. Σε αυτόν τον μετασχηματισμό έχουν συμβάλλει τέσσερις διαφορετικές και μεταξύ τους ετερόκλητες τάσεις.

Η πρώτη τάση σχετίζεται με την ίδια την Παιδαγωγική και τις θεωρίες μάθησης. Η ανάδυση κονστρουκτιβιστικών και κοινωνικο-πολιτισμικών θεωριών μάθησης κατέδειξε πως η γνώση και η κατανόηση κατασκευάζονται ενεργητικά από τον μαθητή σε συνεργασία με άλλα άτομα. Προσέφεραν, έτσι, πολλά εργαλεία κριτικής στην παραδοσιακή διδασκαλίας, η οποία προσέδιδε έναν παθητικό ρόλο στον μαθητή.

Η δεύτερη τάση σχετίζεται με την κριτική του μετα-μοντέρνου, το οποίο αμφισβήτησε τη σύνδεση που επιχείρησε η νεωτερικότητα μεταξύ διαφωτισμού και εκπαίδευσης.

Η τρίτη τάση αφορά μία “σιωπηρή έκρηξη μάθησης”. Τις τελευταίες δεκαετίες το ποσοστό των ενηλίκων το οποίο αναζήτησε κάποιες νέες δεξιότητες ή μία γνώση που θα τον αλλάξει ριζικά αυξήθηκε σημαντικά.

Τέλος, η γλώσσα της μάθησης προωθήθηκε από τον κυρίαρχο νεο-φιλελευθερισμό, ο οποίος κατανόησε την εκπαίδευση με όρους αγοράς. Η εκπαίδευση γίνεται κατανοητή με όρους μετρήσιμης αποδοτικότητας.

Το βασικό πρόβλημα με τη γλώσσα της μάθησης είναι πως περιγράφει την εκπαιδευτική διαδικασία ως μία οικονομική συναλλαγή. Η εκπαίδευση δεν αποτελεί παρά ακόμα ένα προϊόν. Ο μαθητής είναι ένας πελάτης με συγκεκριμένες ανάγκες και ο εκπαιδευτικός ένας πάροχος υπηρεσιών, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει τις ανάγκες του πρώτου. Από αυτήν την περιγραφή παράγονται νέοι τρόποι οργάνωσης (όπως τα voucher) για να ενισχύσουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των σχολείων, ενώ ζητείται από τους εκπαιδευτικούς και τα ιδρύματα να είναι ευέλικτοι, ώστε να ικανοποιούν τις ανάγκες των μαθητών-πελατών.

Αν και ορισμένες από τις παραπάνω τάσεις άσκησαν θετική επίδραση στην παιδαγωγική, ενώ άλλες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ουδέτερες, η περιγραφή της εκπαιδευτικής διαδικασίας ως οικονομικής συναλλαγής είναι ιδιαιτέρως προβληματική. Σε αντίθεση με τον πελάτη, ο μαθητής δεν γνωρίζει ακριβώς τις ανάγκες του. Μπορεί να απευθύνεται σε έναν εκπαιδευτικό για να τις ικανοποιήσει, αλλά είναι ο εκπαιδευτικός εκείνος που ως ένα βαθμό προσδιορίζει τις ανάγκες του μαθητή. Ως εκ τούτου, η κατανόηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας ως οικονομικής συναλλαγής παρανοεί τον σημαντικό ρόλο του εκπαιδευτικού. Το σημαντικότερο, όμως, είναι πως μετατρέπει την εκπαιδευτική διαδικασία απλώς ως μια τεχνική, όπου οι σκοποί είναι δοσμένοι και αναζητούνται μονάχα τα καλύτερα μέσα για την επίτευξή τους. Αγνοούνται, έτσι, σημαντικά ερωτήματα γύρω από το περιεχόμενο και τους σκοπούς της εκπαίδευσης, ερωτήματα που δεν είναι τεχνικά, αλλά ουσιωδώς πολιτικά.

Η κατανόηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας ως οικονομικής συναλλαγής δεν είναι πολιτικά αθώα. Οδηγεί στη διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης και τη λειτουργία των σχολείων με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. Ο πλέον γνωστός εκπαιδευτικός θεσμός αυτής της πολιτικής κατεύθυνσης είναι τα κουπόνια (voucher). Στο παρελθόν, έχουμε αναλύσει τις αρνητικές συνέπειες που είχε η υιοθέτηση κουπονιών στο εκπαιδευτικό σύστημα της Σουηδίας (εδώ). Δυστυχώς, στην Ελλάδα οικοδομείται συστηματικά η πρόταση των κουπονιών ως μία υποτιθέμενη λύση στα προβλήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Για τη διαμόρφωση της απαραίτητης πολιτικής συναίνεσης από τις “προοδευτικές” δυνάμεις διαβάστε το εξαιρετικό κείμενο του Πέτρου Μενδώνη: Κουπόνια: Με αφορμή το βιβλίο του Τ. Αρβανίτη.

Στην προσπάθειά του να υπερβούμε τη γλώσσα της μάθησης και να διαμορφώσουμε μια νέα γλώσσα γύρω από την εκπαίδευση ο Biesta προτείνει τρεις βασικές έννοιες: Εμπιστοσύνη, Βία και Υπευθυνότητα. Πρώτον, η παιδαγωγική σχέση πρέπει να θεμελιωθεί στην εμπιστοσύνη του μαθητή προς τον εκπαιδευτικό. Η διαδικασία της εκπαίδευσης εμπεριέχει πάντα κάποιου είδους ρίσκο. Δεν υπάρχει απλώς το ρίσκο να μην μάθεις αυτό που θέλεις, αλλά και το ρίσκο να μάθεις κάτι που δεν περίμενες ή ακόμα και κάτι που δεν ήθελες. Η εμπιστοσύνη, λοιπόν, του μαθητή προς τον εκπαιδευτικό βρίσκεται στην αρχή κάθε παιδαγωγικής διαδικασίας.

Δεύτερον, η μάθηση δεν πρέπει να κατανοείται ως απόκτηση γνώσεων ή δεξιοτήτων, αλλά ως μια αναδιοργάνωση του εαυτού όταν αυτός αντιμετωπίζει μία προβληματική κατάσταση. Η μάθηση δεν αφορά έτσι την απόκτηση ενός αντικειμένου, αλλά τη διαμόρφωση της ίδιας της υποκειμενικότητας του μαθητή. Αυτή η διαμόρφωση του εαυτού –η εμφάνιση στο προσκήνιο, όπως το ονομάζει ο Biesta– είναι μία πράξη κατεξοχήν βίαιη. Ο μαθητής εγκαταλείπει τις οικείες του θέσεις, προσπαθεί να απαντήσει σε προκλήσεις, σε δύσκολα ερωτήματα και μέσα από τις απαντήσεις του να ανακαλύψεις ποιος είναι. Με φιλοσοφικούς όρους, η παιδαγωγική πράξη εμπεριέχει μία υπερβατολογική βία, δηλαδή μία βία που αποτελεί προϋπόθεση της δυνατότητας διαμόρφωσης της υποκειμενικότητας του μαθητή.

Η τρίτη έννοια που προτείνει ο Biesta είναι η υπευθυνότητα. Θέτοντας ως βασικό σκοπό της εκπαίδευσης τη διαμόρφωση της υποκειμενικότητας του μαθητή εγείρεται το ζήτημα της υπευθυνότητας του εκπαιδευτικού. Επειδή, όμως, ο εκπαιδευτικός σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί με απλούς τεχνικούς υπολογισμούς, η υπευθυνότητα του εκπαιδευτικού δεν μπορεί να βασιστεί στη γνώση. Έτσι, η εκπαίδευση βασίζεται κατά ανάγκη στην υπευθυνότητα του εκπαιδευτικού χωρίς γνώση.

Η θέση του Biesta, όπως προσπαθήσαμε να την συνοψίσουμε εδώ, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Η ανάλυσή της για τις τάσεις που οδήγησαν στην ανάδυση μιας νέας γλώσσας γύρω από την εκπαίδευση –της γλώσσας της μάθησης– αναδεικνύει τις πολύπλοκες παιδαγωγικές, κοινωνικές και οικονομικές διεργασίες που έχουν λάβει χώρα στο πεδίο της εκπαίδευσης και έχουν επηρεάζει σημαντικά αντιλήψεις, θεσμούς και πρακτικές. Επιπλέον, οι έννοιες της ευθύνης, της βίας και της υπευθυνότητας μπορούν πράγματι να φανούν γόνιμες στην προσπάθεια μας να διαμορφώσουμε μία νέα αφήγηση για την εκπαίδευση.

Ωστόσο, δεν μας είναι απολύτως σαφές πως μπορούμε να μιλήσουμε για συγκεκριμένα περιεχόμενα της εκπαίδευσης, αν μείνουμε αποκλειστικά σε αυτές. Κατά τη γνώμη μας, το πρόβλημα μπορεί να εντοπισθεί στον τρόπο που ο Biesta αναφέρεται στην υποκειμενικότητα του μαθητή και τη διαμόρφωσή της μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία. Αν και αναγνωρίζει πως κατά κάποιο τρόπο είναι ήδη διαμορφωμένη και η βία της παιδαγωγικής σκέψης έγκειται στην αναδιαμόρφωσή της, δεν αναλύει τον τρόπο που αυτή έχει συγκροτηθεί. Δεν αναλύει, με άλλα λόγια, το πως οι κοινωνικοί θεσμοί συγκροτούν το σύγχρονο υποκείμενο.

Είναι πλέον αποδεκτό πως το παιδί δεν αποτελεί έναν άγραφο χάρτη, όπως υποστηρίζει ο Locke, ούτε είναι από τη φύση του καλό, όπως ισχυρίζεται ο Rousseau. Από τις πρώτες στιγμές της ύπαρξής του το παιδί δέχεται τις επιδράσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος. Όταν έρχεται στην εκπαίδευση έχει ήδη διαμορφώσει κάποιου είδους προσωπικότητα. Δεν είναι λίγες φορές που ως εκπαιδευτικοί μένουμε έκπληκτοι με το πως τα παιδιά υιοθετούν τάχιστα τα στερεότυπα του φύλου ή ρατσιστικές και σεξιστικές αντιλήψεις και πρακτικές. Συνεπώς, για να μιλήσουμε για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης πρέπει να μιλήσουμε για τους κοινωνικούς θεσμούς που διαμορφώνουν με συγκεκριμένο τρόπο την υποκειμενικότητα των μαθητών και τον τρόπο που η παιδαγωγική “βία” θα ενισχύσει ή θα ανατρέψει την επίδρασή τους. Με λίγα λόγια, χρειαζόμαστε μία κοινωνική θεωρία, εντός της οποίας θα αναπτύξουμε την παιδαγωγική μας γλώσσα.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Εκπαιδευτική πολιτική, Παιδαγωγικη θεωρια

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s