Tag Archives: ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα

Οι διαφορετικές γλώσσες του σχολικού απολογισμού

Αποτέλεσμα εικόνας για σύλλογος διδασκόντων

Κλείσιμο του σχολικού έτους και ως συνήθως είναι η ώρα των απολογισμών. Απολογισμό ζητούν οι σύμβουλοι για να δημιουργηθεί κουλτούρα προγραμματισμού και απολογισμού στη σχολική μονάδα. Απολογισμό ζητάει και το Υπουργείο με αφορμή τον εξορθολογισμό της ύλης που ξεκίνησε φέτος. Στις συνελεύσεις των Συλλόγων στο τέλος της χρονιάς οι παρατάξεις των εκπαιδευτικών κάνουν τους δικούς τους απολογισμούς για το πόσες θέσεις εκπαιδευτικών χάθηκαν με την κατάργηση του ολοήμερου και τις συνέπειες του τέταρτου μνημονίου στην εκπαίδευση. Κάνοντας τους δικούς τους απολογισμούς οι ενώσεις ειδικοτήτων (εικαστικών, μουσικών, θεατρολόγων)  διεκδικούν να ξεκινήσουν με καλύτερους όρους την επόμενη χρονιά (αύξηση των θέσεων τους στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση). Οι αναπληρωτές όλων των ειδικοτήτων, που έχουν γίνει σχεδόν μόνιμοι (κάποιοι προσλαμβάνονται ως αναπληρωτές για πάνω από δεκαετία, αλλά δεν φαίνεται στον ορίζοντα διορισμός) προσπαθούν να φέρουν το ζήτημα στο προσκήνιο, να εμποδίσουν την μετατροπή του καθεστώτος του αναπληρωτή σε μόνιμη συνθήκη της ζωής τους.

Όλα τα παραπάνω λέγονται τις περισσότερες φορές με μια αφηρημένη απρόσωπη γλώσσα, που εστιάζει στις λειτουργίες της εκπαίδευσης ή στο εργασιακό καθεστώς συγκεκριμένων ομάδων εκπαιδευτικών. Τη γλώσσα αυτή τη συναντάμε στα επίσημα κείμενα της σχολικής μονάδας, στις ανακοινώσεις παρατάξεων, στα κείμενα που αναρτούν διάφορες ενώσεις και άτομα στα εκπαιδευτικά site.

Όμως το σκηνικό αλλάζει όταν οι εκπαιδευτικοί μιλάνε μεταξύ τους για το τι έμεινε από αυτήν την χρονιά. Τότε οι αφηγήσεις επικεντρώνονται σε στιγμές, σε συγκεκριμένα γεγονότα, σε περιστατικά με μαθητές, με γονείς, με συναδέλφους. Σε στιγμές που σε έκαναν να νιώθεις περήφανος που έγινες εκπαιδευτικός, σε καταστάσεις που νιώθεις ότι όλα είναι μάταια, σε στιγμές που θέλεις να ξαναζήσεις, στις μέρες που γυρνάς στο σπίτι εξουθενωμένος κτλ. Συνέχεια

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Εκπαιδευτική πολιτική

Για ένα εκπαιδευτικό κίνημα του νιπτήρα…

Η ιστορία της παιδαγωγικής είναι γεμάτη με προσπάθειες για έξοδο από τους τέσσερις τοίχους της σχολικής αίθουσας, για έξοδο από μια παιδαγωγική που ήταν (και είναι) σε μεγάλο βαθμό επικεντρωμένη στο τρίπτυχο «παράδοση – αποστήθιση – εξέταση». Είναι γεμάτη από προσπάθειες αναζήτησης εκείνων των παιδαγωγικών πρακτικών που θα φέρουν  στο προσκήνιο το ζωντανό στοιχείο της μάθησης και όχι το αραχνιασμένο του νοησιαρχικού σχολείου. Και αφού η αίθουσα δεν μπορεί να στεγάσει διαφορετικές μαθησιακές δραστηριότητες, ο μόνος δρόμος είναι να βγουν οι μαθητές από την τάξη. Από το σχολείο εργασίας μέχρι το κίνημα Φρενέτ και την καλλιέργεια σχολικών κήπων, συχνά το ζωντανό στοιχείο της μάθησης βρισκόταν εκτός των τεσσάρων τοίχων. 

Αλλά και εντός της σχολικής αίθουσας η δόμηση και η οργάνωση του χώρου έχει πολύ μεγάλη σημασία. Το σχήμα της αίθουσας, η διάταξη των θρανίων, η επιλογή των επίπλων, η επιλογή των χρωμάτων προσδιορίζει ως ένα βαθμό τις δυνατότητες της ίδιας της μαθησιακής διαδικασίας. Όταν σκεφτόμαστε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, μιλάμε συνήθως για νέα τεχνολογικά μέσα διδασκαλίας (παλαιότερα η τηλεόραση και τα cd-rom, σήμερα οι διαδραστικοί πίνακες). Τι θα συνέβαινε, όμως, αν σκεφτόμασταν λίγο μία διαφορετική οργάνωση του σχολικού χώρου; Τι θα συνέβαινε, παραδείγματος χάρη, αν σε κάθε τάξη προσθέταμε έναν νιπτήρα;

Στις σχολικές αίθουσες των γερμανικών σχολείων συνηθίζεται να υπάρχει σε μια γωνιά (συνήθως δίπλα από τον πίνακα) ένας νιπτήρας. Σε όσα σχολικά κτίρια έχω δουλέψει ή έχω επισκεφθεί στην Ελλάδα δεν έχω δει πουθενά νιπτήρα μέσα στην τάξη. Υπάρχουν, βεβαίως, οι βρύσες των μαθητών με τρεχούμενο νερό. Αλλά αυτές είναι στην αυλή. Σπάνια θα υπάρχει και κάποιο εργαστήριο φυσικής, το οποίο διαθέτει νιπτήρα. Συνέχεια

Σχολιάστε

Filed under Διδασκαλία

Ένας λόγος που ο μύθος των “διαφορετικών στυλ μάθησης” ακόμα αντέχει

Στο συγκεκριμένο άρθρο που μεταφράζουμε ο συγγραφέας επιχειρεί να αποκαταστήσει την αλήθεια σχετικά με έναν πολύ γνωστό “νευρομύθο”: τα διαφορετικά στυλ μάθησης. Ο συγκεκριμένος είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους “νευρομύθους” οι οποίοι δεν είναι τίποτα άλλο μια παρεξήγηση, παρανόηση ή ακόμα και παραποίηση των επιστημονικά διαπιστωμένων γεγονότων σχετικά με τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Οι “νευρομύθοι” χαίρουν εκτίμησης ειδικά από τα μέσα εκλαϊκευμένης επιστήμης καθώς προσπαθούν να εξηγήσουν τη λειτουργία του εγκεφάλου και να τη συνδέσουν με συγκεκριμένες εκπαιδευτικές πρακτικές. Άλλοι αρκετά διαδεδομένοι μύθοι είναι η κυριαρχία δεξιού ή αριστερού ημισφαιρίου ή η σπουδαιότητα των πλούσιων σε ερεθίσματα περιβάλλοντων μάθησης τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού. (περισσότερες πληροφορίες στο Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Καινοτομίας του ΟΟΣΑ σχετικά με τους νευρομύθους)

Παρότι η παρουσίαση και κατάρριψη του συγκεκριμένου μύθου αποτελεί το κύριο σημείο του άρθρου ο συγγραφέας επισημαίνει επίσης και το βαθμό που ο συγκεκριμένος μύθος είναι ριζωμένος στην κυρίαρχη κουλτούρα και συγκεκριμένα στην εκπαιδευτική πράξη. Μία απλή αναζήτηση στην εκπαιδευτική βιβλιογραφία δεν αρκεί -δυστυχώς- για να βοηθήσει τον εκπαιδευτικό να καταρρίψει το συγκεκριμένο μύθο, ακόμα και αν την επιχειρήσει. Επομένως, ο εκπαιδευτικός επωμίζεται με ακόμα ένα καθήκον: να μεταφέρει στην κοινότητα του τη συγκεκριμένη παρανόηση και να βοηθήσει στην αποδυνάμωση της. Δε θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι ο συγκεκριμένος μύθος υποστηρίζει τη δασκαλοκεντρική διδασκαλία, μία διδασκαλία που ενορχηστρώνεται εξ’ ολοκλήρου από το δάσκαλο ο οποίος και αναλαμβάνει την ευθύνη να τη διαφοροποιήσει ανάλογα με το μαθησιακό προφίλ του μαθητή του με μοναδικό στόχο να μεγιστοποιήσει τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα του συγκεκριμένου μαθητή. Επιστροφή λοιπόν, στην παραδοσιακή δασκαλοκεντρική ανταγωνιστική διδασκαλία μέσα από μία σύγχρονη επιστημολογική παιδοκεντρική άποψη.  

Ευτυχώς, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δε φαίνεται να έχει επηρεαστεί από τη συγκεκριμένη εσφαλμένη -όπως αποδεικνύεται τελικά- ιδέα. Δεν άλλαξε τίποτα δομικό, δε χωρίσαμε π.χ. τους μαθητές μας σε οπτικούς κινητικούς ή κιναισθητικούς για να τους εκπαιδεύσουμε καταλλήλως. Όμως η ιδέα έχει “παρείσφρυσει” μέσα από αποσπασματικές επιμορφώσεις εκπαιδευτικών, από αποπλαισιωμένα μαθήματα για τις θεωρίες μάθησης, από δημοφιλή αναγνώσματα για εκπαιδευτικούς. Και θα εξακολουθεί να υπάρχει -απλά και μόνο για να συντελεί στην άγνοια και την ημιμάθεια μας- αν δεν προωθήσουμε την απλή επιστημονική αλήθεια: ότι δηλαδή είναι απλά μία θέση για την οποία δεν έχουν συγκεντρωθεί αξιόπιστα στοιχεία από τις μέχρι τώρα επιστημονικές έρευνες.

Ένας λόγος που ο μύθος των “διαφορετικών στυλ μάθησης” ακόμα αντέχει

By Jesse Singal

Για κάποιο διάστημα, η ιδέα ότι διαφορετικοί μαθητές έχουν διαφορετικά “στυλ μάθησης” ήταν πολύ επίκαιρη στα εκπαιδευτικά πράγματα. Σε μία δημοφιλή διατύπωση αυτής της ιδέας υπάρχουν οπτικοί μαθητές, ακουστικοί μαθητές και κιναισθητικοί μαθητές. Ένας κιναισθητικός μαθητής για παράδειγμα μαθαίνει πιο αποτελεσματικά με το να κάνει εκπαιδευτικές ασκήσεις γυμναστικής παρά με το να ακούει μία διάλεξη ή να λαμβάνει άλλου τύπου “παραδοσιακή” εκπαίδευση. Το κοινό που έχουν όλες αυτές οι θεωρίες είναι η ιδέα ότι η επιτυχία ενός μεμονωμένου μαθητή θα δηλώνεται κατηγορηματικά όχι μόνο λόγω της δικής του δουλειάς και ικανότητας αλλά και λόγω της ικανότητας του εκπαιδευτικού να αναγνωρίζει και να τροφοδοτεί το προσωπικό του στυλ μάθησης.

Είναι μία ωραία ιδέα αλλά φαίνεται να είναι λάθος. Ξανά και ξανά, οι επιστήμονες έχουν αποτύχει να βρουν κάποια ουσιαστική απόδειξη για την ιδέα των στυλ μάθησης, σε σημείο που να χαρακτηρίζεται ως “νευρομύθος” («neuromyth«) από κάποιους εκπαιδευτικούς και ψυχολόγους. Και όμως επιμένει -αναζητήστε το στην Google και θα βρείτε πολλές πληροφορίες για αυτήν ατεκμηρίωτη ιδέα. Μία σημαντική λοιπόν ερώτηση είναι: Σε ποιο βαθμό οι εκπαιδευτικοί έχουν πάρει το μήνυμα ότι τα στυλ μάθησης έχουν λίγο πολύ αποκαλυπτεί ως λάθος;

Σε ένα άρθρο στο περιοδικό Frontiers in Psychology, ο Dr. Phil Newton από το Swansea University αποφάσισε να βάλει τον εαυτό του στη θέση ενός εκπαιδευτικού που προσπαθεί να κάνει μία ειλικρινή προσπάθεια να καταλάβει τι λέει η βιβλιογραφία για αυτό το θέμα. Τι θα γινόταν, αναρωτήθηκε, αν έψαχνες μια-δυο βάσεις βιβλιογραφικών δεδομένων — ERIC and PubMed — για πληροφορίες αναφορικά με τα στυλ μάθησης και διάβαζες τα άρθρα που προέκυπταν; (ο Newton υπολόγισε μόνο τα άρθρα που ήταν ελεύθερα (χωρίς συνδρομή), μια και “αν μία συνδρομή ή πληρωμή απαιτείται … η πρόσβαση σε αυτά θα ήταν πολύ διαφορετική ανάμεσα σε κάθε ξεχωριστό εκπαιδευτικό”)

Τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Από τα 109 άρθρα που ανταποκρίθηκαν στα κριτήρια του Newton: “Τα περισσότερα (94%) από τα τρέχοντα ερευνητικά άρθρα ξεκινούν με μία θετική άποψη των στυλ μάθησης, παρά την προαναφερθείσα έρευνα που αμφιβάλλει στη χρήση τους”, γράφει. Επιπλέον, ένα 89% “έμμεσα ή ευθέως επιδοκιμάζει τη χρήση των στυλ μάθησης στην Ανώτατη Εκπαίδευση”. Συνεπώς, ακόμα και ένας εκπαιδευτικός που κάνει το σωστό, που δίνει χρόνο για να ερευνήσει τη βιβλιογραφία, θα έφτανε πολύ εύκολα σε λάθος συμπέρασμα για αυτό το θέμα. Αυτό είναι απογοητευτικό και είναι και μία ατυχή απόκλιση από το επιστημονικό ιδανικό ότι δηλαδή η αλήθεια όχι μόνο αποκαλύπτεται (τελικά), αλλά ότι κατασταλάζει σε αυτούς που ωφελούνται περισσότερο από αυτήν. Σε αυτήν την περίπτωση η ροή φαίνεται να είναι αργή -ίσως γιατί τα στυλ μάθησης είναι μία ευκολονόητη και έξυπνη ιδέα.

 

Η ανάρτηση αποτελεί ελεύθερη μετάφραση του άρθρου: http://nymag.com/scienceofus/2015/12/one-reason-the-learning-styles-myth-persists.html

1 σχόλιο

Filed under Διδασκαλία, Εκπαιδευτική πολιτική, Παιδαγωγικη θεωρια